Ο άνεργος οικοδόμος με τους αναπτήρες (χριστουγεννιάτικο)

Δεκ 30

Posted by: sxedia in χα No Comments »

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας άνεργος οικοδόμος. Ζούσε σ’ ένα νησί που είχε χτιστεί απ’ άκρη σ’ άκρη και δεν είχε πλέον δουλειά για να ζήσει. Με τους άλλους οικοδόμους βολόδερνε και το κωλοβάραγε. Τις νύχτες βόλταρε με το παπί του έξω από τις βίλες των πλουσίων, των μορφωμένων, των καλλιτεχνών που κάποτε έχτιζε με τα χεράκια του, κι άκουγε τις μουσικές, μύριζε τις μυρωδιές κι αναστέναζε από πίκρα. Περνούσε και από τις γειτονιές των φτωχών κι εκεί του δίνανε καμιά φορά οι γνωστοί  κάνα τηγανιτό μεζέ κι έτσι κάπως συνέφερνε την πείνα του. Ήρθαν παραμονές Χριστούγεννα κι η μάνα του απηυδισμένη που ο κανακάρης της δεν είχε δουλειά, του είπε πρωί-πρωί: «Σήκω βρε αχαΐρευτε να πεις τα κάλαντα να φέρεις λεφτά στο σπίτι. Χρωστάμε παντού και η γνωστή αλυσίδα σούπερ-μάρκετ σταμάτησε να μας δίνει βερεσέ». Όμως ο καημένος ο οικοδόμος δεν ήξερε να τραγουδάει καλά και αποφάσισε να πουλήσει αναπτήρες. Όλη τη μέρα έτεινε με το χέρι του, τους αναπτήρες αλλά κανείς δεν έπαιρνε.

-Αναπτήρες! φώναζε με όλη του την ψυχή. Αναπτήρες με ημίγυμνες καλλονές, αναπτήρες με σήματα ομάδων, αναπτήρες με σήματα κομμάτων, αναπτήρες με μοντέρνα σχέδια, αναπτήρες με μεταμοντέρνα σχέδια! Τίποτα! κανείς δεν έπαιρνε αναπτήρες. Ποιος να πάρει από ένα νταγλαρά μέχρι απάνω που πουλούσε αναπτήρες;

Μέχρι το βράδυ δεν πούλησε κανέναν αναπτήρα. Δεν τολμούσε να πάει σπίτι του, τι θα έλεγε στη μάνα του; Έτσι κάθισε έξω από το κλαμπ στην παραλία του νησιού, μήπως και τον λυπηθούν και του αγοράσουν αναπτήρες. Ούτε κι εκεί όμως αγόραζαν αναπτήρες. Κρύωνε. Ήθελε να κοιμηθεί. Άναψε τον πρώτο αναπτήρα και ζεστάθηκε λιγάκι. Τον πήρε ο ύπνος. Είδε όνειρο, ότι βρισκόταν, λέει, σ’ ένα οδόφραγμα μαζί με τους υπόλοιπους άνεργους και πετούσαν πέτρες σε μπάτσους. Τους είχαν πάρει φαλάγγι, γιατί τους είχαν τελειώσει οι σφαίρες και τα δακρυγόνα και προσπαθούσαν να φυλαχτούν. Πάνω στην τελευταία έφοδο που έκανε με τους συντρόφους του, τους πήραν στο κατόπι κι αυτοί να τρέχουν σαν φοβισμένα σκυλιά, κι εκεί που πρόβαλαν τα δημόσια κτίρια και οι επιχειρήσεις εγκαταλειμμένες, ξύπνησε απ’ το κρύο. Ο αναπτήρας που είχε βάλει στον αυτόματο έμεινε από καύσιμο…

-Γαμώτο μου, πάνω στο καλύτερο… Γρήγορα άναψε τον επόμενο μπας και δει τη συνέχεια απ’ το όνειρο. Πολύ άχτι το είχε να χέσει πάνω στο προεδρείο της Βουλής. Άρχισε να ζεσταίνεται και ήρθε το όνειρο. Ήταν μαζί με τη μάνα του, τους φίλους του, το συχωρεμένο τον πατέρα του κι ακόμα τη γιαγιά του που τον μεγάλωσε με οικολογικά παραμύθια και τρώγανε και πίνανε και καμιανού δε δίνανε. Έπαιζαν οι ορχήστρες τραγούδια λαϊκά και πότε-πότε χόρευαν. Μαζί τους σε λίγο ήρθε η συμμαθήτριά του από το φροντιστήριο Αγγλικών που αγαπούσε από μικρός και δεν μπορούσε να την ξεχάσει. Τον πήρε αγκαλιά κι άρχισαν να χορεύουν. Ήταν τόσο όμορφα, μέχρι που ένα σύγκρυο τον ξύπνησε. Ο δεύτερος αναπτήρας είχε τελειώσει. Μέσα στην κούραση και την πείνα είδε κάποιες σκιές απ’ έξω από το μαγαζί να τον δείχνουν. Φορούσαν μαύρες καμπαρτίνες και ήταν πολύ εύσωμοι. Αναρωτήθηκε, αλλά κρύωνε κιόλας. Άναψε τον τρίτο αναπτήρα και ζεστάθηκε κάπως. Το τρίτο όνειρο τον βρήκε να βρίσκεται στη γη και να έρχονται αγγελούδια να τον παίρνουν ψηλά και να τον πηγαίνουν πού αλλού; Στον παράδεισο. «Υπέροχα, λέει. Κοντά στο Θεό θα είμαι βρέξει-χιονίσει, μακριά από τις γρίνιες της μάνας μου, μακριά από την ανεργία, δεν θα πεινάω , δεν θα κρυώνω. Θεός είναι, καλά θα περνάω». Ένιωσε να σηκώνουν το βαρύ του σώμα κι ύστερα έναν πόνο στα πλευρά.

-Τι στο διάολο… Ξύπνησε. Οι πορτιέρηδες με τις μαύρες καμπαρτίνες τον σήκωσαν και τον πέταξαν πιο δίπλα. Ένας απ’ αυτούς μιλούσε στο κινητό του: όλο «κύριε διοικητά» και «κύριε διοικητά» ήταν.

-Το μπούλο, είπε από μέσα του. Μην την πάθω –με τέτοια όνειρα- σαν το κοριτσάκι με την κατσαρόλα.

Γύρισε στη μάνα του. Μέχρι και τσουρέκι βρήκε στο τραπέζι, προσφορά της γνωστής αλυσίδας σούπερ-μάρκετ, για τους φτωχούς του νησιού.

……..Σενάριο για το θέατρο του δρόμου, τα Χριστούγεννα του 2076. Παίχτηκε στις γειτονιές της Σκοτεινής, στα καλντερίμια της Παχειοράχης και στην οδό Φιστ-Φεστ (πρώην Σπύρου Ρόδη)

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under η ώρα του τζίτζικα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s