Πώς το σπίτι του Ροδάκη γίνεται μπαλάκι

Ως γνωστό, το σπίτι του Ροδάκη, στο Μεσαγρό της Αίγινας,  για πάρα πολλούς λόγους είναι -τουλάχιστον- ένα μνημείο αρχιτεκτονικής. Όπως έχει συμβεί με τα περισσότερα μνημεία σ’ όλο τον ‘’καθυστερημένο’’ κόσμο, όπου γερμανοί και εγγλέζοι ειδήμονες συνήθως, αποκάλυπταν την αισθητική και ιστορική τους αξία, όταν δεν λειτουργούσαν για λογαριασμό της αποικιοκρατίας και έθεταν εαυτόν στην επιστήμη, τότε το μνημείο άρχιζε να γίνεται γνωστό και στους παροικούντες. Δεν είναι τυχαίο ότι κάπως έτσι άρχισαν να ενδιαφέρονται και στην Αίγινα για το σπίτι του Ροδάκη, αφού κύκλοι διανοουμένων (Πικιώνης) άρχισαν να συζητούν και να δημοσιεύουν για αυτό, σε μια Ελλάδα που μετρούσε για δεκαετίες τα κομμάτια της από τη φτώχεια και τους πολέμους. Κι όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, κάποιοι παράγοντες, κάποιοι πατριώτες με την τοπική σημασία της λέξης, κάποιοι πνευματικοί άνθρωποι που συνέλλεγαν κομμάτι-κομμάτι την ιστορικότητα των ελληνικών τοπίων προκειμένου να καταλήξουν σε συμπεράσματα ή να κατασκευάσουν αυτό που ονομάζουμε τοπική αλλά και εθνική συνείδηση, ξεκίνησαν να μιλούν για το σπίτι του Ροδάκη με στόχο την αναγνώρισή του και ανάδειξή του ως μνημείο. Δεν θα ήταν άδικο να αναγνωριστεί. Διότι όταν ένας απλός άνθρωπος μπορεί να φέρει κοντά την αισθητική, το σεβασμό στο τοπίο, τη χρήση των τοπικών υλικών, τη λειτουργικότητα του χώρου, τη σχέση με την τοπική οικονομία, τότε μιλάμε για ένα κόσμημα που αξίζει τον κόπο να σκεφτεί κανείς τόσο τον τόπο με τα «κυβικά σπιτάκια» στον οποίο αυτός μεγαλούργησε με την απλότητά του, όσο τον συνολικό τρόπο σκέψης του. Τα σπίτια είναι οι άνθρωποι, θα μπορούσε να πει ένας αρχιτέκτονας κι ο ίδιος ο Ροδάκης ακόμα πιο συγκεκριμένα με ένα ρουμπαγιάτ σκαλισμένο, -πού αλλού; – στον τοίχο του πατητηριού: «Καλήτερα ο Άνθροπος Ναήτον κρία πέτρα Παρά πού έχη στόχαξη Κε φρόνησης κε Μέτρα. Έμαθα να ζω (;)»

Το πράγμα όμως ξέφυγε πολύ. Η βιασύνη της ανάδειξης του νησιού (κυρίαρχο στην ιδεολογία της Πολιτικής και συγκυριακά του τουρισμού), του μικρομεγαλισμού, η ανάγκη να έχουμε ένα ζήτημα χωρίς αρχές και στόχους γενικότερα για την ιστορία, απέσυρε το ζήτημα από την κοινωνία και το μετέφερε στους μηχανισμούς. Η αναζήτηση της κοινωνίας που θα μπορούσε να συμβεί μέσα από τα σχολεία, από τις συχνές συζητήσεις με τους κατοίκους για μια εύρεση συνθήκης γνωριμίας με το παλιό σε μια συνάρτηση με όλα τα μνημεία της Αίγινας, δεν προέκυψε. Η υπόθεση πέρασε εκεί όπου ξεκίνησε: στους ειδήμονες και στους επαΐοντες.  Ο καθένας, ας πούμε, πήρε κι από ένα σημαιάκι με ζωγραφισμένο πάνω του κι από ένα μνημείο: άλλος για το σπίτι του Ροδάκη, άλλος για τα κτίρια της μετεπαναστατικής Ελλάδας (για ποιο λόγο τα λέμε Καποδιστριακά;), άλλος για την Παλιά Χώρα, άλλος για τις αρχαιότητες κλπ. Έτσι, το ζήτημα του σπιτιού του Ροδάκη όπως και των άλλων τα οποία εγκαταλείπονται (συντηρώντας μόνο τη διελκυστίνδα των τοπικών παραγόντων) περνάει από την τοπική αυτοδιοίκηση, στον τυχόν βουλευτή κι από κει στον τυχόν υπουργό που το ξαναστέλνει με λιγότερες ή περισσότερες προσδοκίες στους προηγούμενους.

Στη σημερινή συγκυρία, ο βουλευτής Καρύδης που μαζεύει τα ασυμμάζευτα σιγουρεύοντας και τη θέση του στη δύσκολη περιφέρεια της Α΄ Πειραιά και Νήσων, έχει επιδοθεί σε μια σειρά ερωτήσεων τοπικού χαρακτήρα, ισχυροποιώντας το προφίλ του, ως βουλευτή που «ενδιαφέρεται» για τον τόπο του. Το ρητορικό του ερώτημα για τη διάσωση του σπιτιού του Ροδάκη είχε την αυτονόητη, θρασύτατη απάντηση του Γερουλάνου, γνωστού και ως υπουργού ρουμς και μπαγκαλόους (κατ’ επέκταση και Πολιτισμού) ο οποίος μασώντας την καραμέλα της κρίσης αποστομώνει όλους όσους τον ακούν: «Δεν έχει εκδοθεί το τάδε προεδρικό διάταγμα, δεν έχουμε λεφτά και με την πρώτη δυνατή ευκαιρία με το Δήμο Αίγινας μπλα, μπλα… κλπ». Ο Δήμος της Αίγινας θα πει δεν έχουμε λεφτά, τι κάνει το κράτος; Και θα αρχίσει μια συζήτηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα περίφημα κονδύλια, τα ΚΠΣ, τα ΕΣΠΑ κι άλλες συντμήσεις.

Στο μεταξύ δεν θα γνωρίζουμε τι συνδέει όλους εμάς με τον οικισμό της Κολόνας, το ναό της Αφαίας, τη Φανερωμένη, την Παλιά χώρα, το σπίτι του Ροδάκη, τη νεοκλασική παραλία μας, τα κτίρια της μετεπαναστατικής Ελλάδας κι όλα αυτά μεταξύ τους. Χωρίς αναζήτηση για την ιστορία, τα μνημεία κι οι ζωές μας γίνονται αθύρματα της αδηφάγου πολιτικής και των μεγιστάνων που προβλέπεται (;) να γίνουν χορηγοί με το αίμα που μας πίνουν: στα καράβια τους, στα εργοστάσιά τους και στις επιχειρήσεις τους

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under "αυτοδιοίκηση, πολιτισμός και "πολιτισμός", τοπικά θέματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s