μ’ αφορμή ένα κείμενο για τον τουρισμό στην Αίγινα

Στο αυτοτιτλοφορούμενο «υπεύθυνο blog για την Αίγινα» (και με τοπικιστική διάθεση-«πρώτα η Αίγινα»), κείμενο, μιλά για το τι θα μπορούσε να συμβεί στην Αίγινα προκειμένου ο τουρισμός να αποκτήσει ένα άλλο πρόσωπο (μέσω της χάραξης τουριστικής πολιτικής) ξεκινώντας βέβαια από την σύνδεση του αιγινήτη με την ίδια του την ιστορία. Μέσω αυτής της γνώσης –διατείνεται ο συντάκτης- που θα αποκτήσει ο κάτοικος της Αίγινας, θα μπορέσουν οι αθέατες όψεις από τα απομεινάρια ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα, να γίνουν κομμάτι μιας φροντίδας, έτσι ώστε ο τουρισμός να αποκτήσει ποιοτικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι λάθος στα περισσότερα από αυτά που γράφει. Φαίνεται όμως να γράφει σα να μην έχει συμβεί τίποτε από το 60 και μέχρι τώρα στο νησί. Φαίνεται να μην εντοπίζει τις βαθμιαίες έως ραγδαίες αλλαγές που έχουν συμβεί στον καθημερινό πολιτισμό της, στις αλλαγές του οικονομικού της προσανατολισμού, στις αλλαγές του περιβάλλοντος χώρου ενώ βέβαια παραβλέπει και τις πολιτικές ευθύνες που έχουν τόσο αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις με γνώμονα την ανάπτυξη και την επέκταση της αγοράς όσοι και οι ίδιοι οι κάτοικοί της που με γνώμονα το ατομικό συμφέρον για το πέρασμα από την ένδεια στην επιβίωση ή στον πλουτισμό, θέλησαν και οι ίδιοι να μοιάζει το νησί τους με γειτονιά της μητρόπολης (για να πίνουμε καφέ εσπρέσο κοιτώντας το πλακόστρωτο κι ακούγοντας beat). Ο συντάκτης του κειμένου φαίνεται επίσης να μην ενδιαφέρεται για το πλαίσιο της εποχής και για την προσπάθεια στησίματος τουριστικών υποδομών παντού σε όλη τη χώρα με τις γνωστές διαδικασίες (χτίσιμο Ξενία, χρήματα-κίνητρα για τον τουρισμό από τη χούντα με τα γνωστά τσιμεντένια εκτρώματα παντού στην Ελλάδα, κι αργότερα μετά τη μεταπολίτευση που διευρύνθηκε ο τομέας των διακοπών –rooms to let, ξενοδοχεία, οικοδομικός οργασμός, παραβίαση κανόνων, διεφθαρμένες πολεοδομίες, βιομηχανία νυχτερινής διασκέδασης, ακτοπλοΐα κλπ-  ως ένας τρόπος αναθέρμανσης της αγοράς) για την προβολή και την σταθεροποίηση της πώλησης του «τουριστικού προϊόντος».

Ο τουρισμός ως η βιομηχανία που έχει να παρουσιάσει η Ελλάδα ήταν πάντα και μετά το 60 η καραμέλα για την προσπάθεια ένταξής της στη διεθνή αγορά με το πρόσωπο του σερβιτόρου και του γκρουμ. Έτσι με κατεύθυνση τη στήριξη και την ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα άρχισε να αποδιαρθρώνεται και να εγκαταλείπεται η αγροτική οικονομία, η βιοτεχνία καθώς και άλλοι τομείς παραγωγικοί. Οι διεθνείς αφίσες με τις στερεότυπες γκραβούρες π.χ. των αρχαίων μαρμάρων, της θάλασσας, του άσπρου καμπαναριού που ξεχωρίζει στο νησί, του γέρου στο καφενείο, ήταν και η στερεότυπη αποτύπωση όλης αυτής της μυθολογίας των διακοπών για τους ευρωπαϊκούς λαούς που προηγούνται στην ανακάλυψη των διακοπών κι αργότερα για τον εγχώριο καταναλωτή, εικόνων και ψευδαισθήσεων.

Η Αίγινα και η Σαλαμίνα, κοντινές διαδρομές στο κλεινόν άστυ έγιναν τόποι προορισμού. Η Σαλαμίνα που είναι ο Γάγγης των φτωχών και η Αίγινα επίσης με μια διαφορετική εικόνα για πιο ανεβασμένα εισοδήματα. Αργότερα, μιλάμε για τη σαλαμινοποίηση της Αίγινας, την ενοποίηση ουσιαστικά της περιφέρειας μέσω της δόμησης.

Έτσι η «ορεινή Αίγινα, το Ελλάνιον Όρος με τις αρχαίες σουβάλες, τα πέτρινα μονοπάτια, ο μπουρδέχτης στον Άγιο Λέοντιο, το καστρομονάστηρο της Χρυσολεόντισσας, οι αγροτικοί ή κτηνοτροφικοί οικισμοί, οι ανεμόμυλοι, τα παρατηρητήρια, ο αιωνόβιος ελαιώνας, τα αλώνια, τα παλιά πατητήρια» είναι απομεινάρια, όχι απλά της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της Αίγινας αλλά μιας ζωής πολύ διαφορετικής από αυτήν που ζούμε τώρα. Μιας Αίγινας αναγκαστικά αυτάρκους αλλά και φτωχής, μιας Αίγινας που μετρούσε τη λίγη γη, τα λίγα ζώα και το ψάρι για να τραφεί, μιας Αίγινας που μετρούσε μόλις 20 χρόνια τους νεκρούς της από το λιμό της κατοχής, μιας Αίγινας που έβλεπε τους λίγους περίεργους καλλιτέχνες και τους ελάχιστα εκκεντρικούς πλούσιους να χαίρονται τις ομορφιές που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να χαρούν, μιας Αίγινας που σχεδόν ποτέ στη σύγχρονη ιστορία δεν ανέπτυξε την παραμικρή αγωνιστική δράση και που δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Κι αν υπάρχει η αναπόληση για όσους δεν τα έζησαν αυτά, αρκεί κανείς να ακούσει αυτήν την δύσμοιρη λογική του ανθρώπου που τα έχει ζήσει για να καταλάβει ότι μιλάει όπως οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο που συμμετείχαν ενεργά στην εξέλιξη αυτή, με δυο αντιφατικά αλλά και πραγματικά συμπεράσματα: α)δεν ήταν ζωή αυτή κι αναγκαστήκαμε να πουλήσουμε γη, χαλάσαμε τα ζώα μας, χαλάσαμε τα αμπέλια μας και τις ελιές μας για να δούμε άσπρη μέρα β)δεν είναι ζωή αυτή που κάνουμε. Χρήμα έχουμε αλλά δεν έχουμε ζωή.

Υπάρχει μια κυρίαρχη τάση να εμμένουμε στο αισθητικό μέρος της ζωής παραγνωρίζοντας την σημαντικότερη των παραμέτρων: το περιεχόμενο. Σ’ αυτήν την παγίδα πέφτουν και τέτοιου είδους καλοπροαίρετες αναλύσεις που δίνουν σημασία στην αλλαγή της μορφής αφήνοντας ουσιαστικά απ’ έξω το περιεχόμενο. Διότι όταν η συζήτηση εμβαθύνει, θα θιχθεί ουσιαστικά το σύνολο της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης αναφορικά πάντα με τον τουρισμό: η οικοδομική δραστηριότητα, οι υπηρεσίες της πολεοδομίας, η τοπική αγορά που βασίζεται κυρίως σ’ αυτό το κοινό του «τρώμε-αγοράζουμε-φεύγουμε όπως ήρθαμε», οι τοπικές εξουσίες (από τη Δημοτική Αρχή μέχρι και τον τελευταίο σύλλογο) που ως συγκοινωνούντα δοχεία λειτουργούν για την προώθηση οποιουδήποτε μοντέλου αρκεί να πουλάει -από τον δήθεν εκλεπτυσμένο περιηγητισμό μέχρι την καφρίλα του εντούρο) αλλά και το σύνολο της κοινωνίας που ζει κυριολεκτικά από αυτό το μοντέλο. Θα θιγεί όλο το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Αυτό δεν θέλει να αγγίξει το κείμενο, αυτό δεν ήθελαν να αγγίξουν αντίστοιχα εκατοντάδες πρωτοβουλίες ανθρώπων σε πολλές περιοχές της Ελλάδας που οι προσπάθειες τους κατέληξαν να γίνονται αθύρματα και άλλοθι είτε για νέες επενδύσεις, δήθεν «με σεβασμό στο ιστορικό και φυσικό περιβάλλον» είτε φολκλορικές τελετές χωρίς καμιά ουσία και ευθύνη για το μέλλον.

2 Responses to “μ’ αφορμή ένα κείμενο για τον τουρισμό στην Αίγινα”

  1. kfr Says:
    Νοεμβρίου 22nd, 2010 at 8:07 μμ eΧαιρόμαστε στο Πρώτα η Αίγινα που το δημοσίευμα του Γιώργου Μπήτρου αποτελεί αντικείμενο ευρύτερου διαλόγου και προβληματισμού, που περιλαμβάνει και τα διεθνή ύδατα στα ανοιχτά του τοπικιστικού μας μπλογκ. Δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς με την εις βάθος ανάλυση του κειμένου που δημοσιεύετε. Πιστεύω όμως ότι πρέπει κάποια στιγμή να ξεφύγουμε από τις τελεολογικού τύπου διαπιστώσεις, και τις κοινωνικο-ιστορικές αναλύσεις, και να επιχειρήσουμε κάποιου είδους υπέρβαση. Όλοι απεχθανόμαστε τους μηχανισμούς που αναφέρετε στο τέλος του άρθρου σας, αλλά κανείς, πιστεύω, δεν θα τους αποκαλούσε «περιεχόμενο». Πάντως, η δική μου τουλάχιστον ανάγνωση του άρθρου του Γιώργου Μπήτρου διακρίνει πίσω από την αισθητική, έμφαση, ακριβώς, στο περιεχόμενο.
  2. sxedia Says:
    Νοεμβρίου 23rd, 2010 at 12:37 μμ eΜακριά και πέρα από κάθε τελεολογική ή εσχατολογική θεώρηση η παραπάνω προσέγγιση της σχεδίας. Οι δυνατότητες της κοινωνικο-ιστορικής ανάλυσης (θα πρόσθετα και το ταξικής) μας δίνουν τη δυνατότητα να ψηλαφίζουμε τα ζητήματα που προκύπτουν με το ενδεχόμενο της συμβολής στον ήδη υπάρχοντα κοινωνικό μετασχηματισμό σε μια κατεύθυνση διεύρυνσης της πολιτικής ελευθερίας (δημοκρατία-όχι αιρετή ολιγαρχία) και της κοινοκτημοσύνης. Με βάση ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορεί να επιχειρηθεί η υπέρβαση; Κυριακού Γ.
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under "αυτοδιοίκηση, πολιτισμός και "πολιτισμός", τοπικά θέματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s