Αναδημοσίευση κειμένου για τα χρόνια που σηκώναμε τα «μπουκουνάρια»

Το παρακάτω κείμενο το αλιεύσαμε από το περιοδικό «Ο Επιβάτης της Αίγινας, τεύχος 54, σελίδα 4. Εκτός από τη συγκίνηση που προκαλεί η ανάγνωσή του, για όλα αυτά που έχουμε χάσει από τη θαλάσσια πανίδα, την παιδική μας ηλικία, την απόλυτη ησυχία του μεσημεριού, προκαλεί και μεγάλη εντύπωση η χρήση κάποιων λέξεων που έχουν οριστικά(;) χαθεί καθώς και τρόποι ψαρέματος. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα έπρεπε να μείνουμε στην ανάμνηση της μπελ επόκ αλλά να ξαναβρούμε σήμερα τη χαμένη μας αθωότητα. Αλλά και για αυτό, πρέπει να βρέξουμε κώλο…

Εικόνα:Labidesthes sicculus.jpg

Woda-6 ubt.jpeg

Γράφει ο ψαράς κ. Γιάννης Λουκάτος

Πολλές φορές κατεβαίνω στο Φάρο,για να συναντήσω παλιούς φίλους, ψαράδες για να τα πούμε. Μια απ΄ αυτές σταμάτησα στα «Θυμάρια» (το καβάκι, στη στροφή, πριν το Φάρο, ερχόμενοι από την Αίγινα).  Κατέβηκα το στρωτό βραχότοπο προς την παραλία και κάθισα σ’ ένα βράχο απ’ όπου καμάρωσα το Σαρωνικό, που χαϊδεύει τα δυτικά παράλια της Αίγινας. Μπροστά μου, στο πέλαγος, στην αγκαλιά του Σαρωνικού, απλωνόταν η Μετώπη, το Αγκίστρι και τα’ άλλα νησιά. Εκεί στο καβάκι των «Θυμαριών», θυμάμαι, μαζευόμασταν τα παιδιά του Φάρου, πριν από 75 χρόνια, για να κάνουμε σχέδια για το ψάρεμα του «Κοκωβιού». Γελώντας και χωρατεύοντας, σηκώναμε τα «μπουκουνάρια» των παντελονιών μας για να μη βραχούν. Παπούτσια δεν βγάζαμε, αφού δεν φορούσαμε, γιατί δεν είχαμε (περπατούσαμε ξυπόλητοι χειμώνα καλοκαίρι…)!

Με τις φούχτες μας, πιάναμε μερικές γαρίδες για δόλωμα. Τις βάζαμε σ’ ένα τενεκεδάκι κρεμασμένο από το αριστερό μας χέρι. Μετά βγάζαμε από την τσέπη μας την πετονιά, ένα σπάγκο μ’ ένα αγκιστράκι, δεμένο στην άκρη, δολωμένο με μια γαρίδα. Μπαίναμε στο νερό, άλλος εδώ κι άλλος παρά πέρα και σιγά-σιγά, βήμα το βήμα, ερευνούσαμε το βυθό για κοκωβιούς και βότσους. Μόλις εντοπίζαμε κάποιον, κατεβάζαμε το δόλωμα μπροστά στη μούρη του και, μετά από λίγο, το ‘χαβε και τον αγκιστρώναμε. Η διαδικασία αυτή συνεχιζότανε μέχρι του Συριώτη (ο κάβος, όπου σήμερα το θερινό σινεμά «Ακρογιάλι»). Εκτός από τους κοκωβιούς, πιάναμε και βότσους (ομοιογενείς με τους κοκωβιούς, γκρίζου ανοιχτού χρώματος αλλά μέχρι και δεκαπλασίου μεγέθους) που κρύβονταν κάτω από πέτρες.

Άλλη μέρα τραβάγαμε νότια και φτάναμε μέχρι τη Λένα (Άκρα Παλαιόπυργος). Σ’ όλη τη διαδρομή παντού υπήρχαν κοκωβιοί,βότσοι,σαλιάρες,γαρίδες,πέρκες,σπάροι,γύλοι,γραμματικοί, κόλες, διάφορα καβούρια, πορφύρες, στρόμπλοι και αμέτρητα κοπαδάκια από κεφαλόπουλα, σαλπάκια, αθρινός μέχρι και την ρηχοπατιά. Γαρίδες υπήρχαν τριών ειδών, οι ασπρογαρίδες, με τα μαύρα μάτια και τα μακριά πόδια και τα μουστάκια, οι μαυρογαρίδες που γίνονταν πολύ μεγαλύτερες και οι νυχτογαρίδες που κυκλοφορούσαν μόνο τη νύχτα. Την ημέρα άνοιγαν τρύπες στο βουρκοψωρόφυκο και χάνονταν με την ουρά κάτω και το κεφάλι επάνω. Ήταν μικρού μεγέθους, παχουλές, ξανθωπές και πολύ μαλακές. Αυτές τις γαρίδες έπιαναν τη νύκτα οι κατσουλοψαράδες για δόλωμα της καθετής και του παραγαδιού. Είχανε τη μεγάλη απόχη, τριγωνική σαν τράτα και σε μεγάλο κοντάρι. Τη βάζανε μπροστά σαν φτιάρι και προχωρούσαν στο ψωρόφυκο τη νύχτα,20-30 μέτρα. Μετά τη σήκωναν και την άδειαζαν μέσα σε μια λινάτσα, που είχαν στρώσει στην αμμουδιά. Τις διάλεγαν και τις έβαζαν στο «γαριδοτενεκέ». Ο γαριδοτενεκές ήταν ένα κονσερβοκούτι ή κατσαρολάκι, τρυπημένο με ψιλή πρόκα στον πάτο και στα πλάγια, στο στόμιο του οποίου έδεναν ένα μανίκι από πουκάμισο. Την άκρη του μανικιού την έδεναν στο σκαρμό της βάρκας και το κρεμούσαν στη θάλασσα, όπου διατηρούνταν ζωντανές και έτσι είχαν δόλωμα για όλη την εβδομάδα. Μετά το ψάρεμα του κοκωβιού, πριν το μεσημέρι, πηγαίναμε στην άμμο του Φάρου για κολύμπι. Όταν είχε παραθεριστές κολυμπούσαμε με το σωβρακάκι,ενώ όταν είμαστε μόνοι μας ξεβράκωτοι. Έπειτα, γραμμή για το σπίτι, φαί και μετά ύπνο κάτω από καμιά ελιά, αμυγδαλιά ή κληματαριά, όπου είχε καλόν ίσκιο. Η ησυχία, τότε, ήταν απόλυτη, γιατί δεν υπήρχαν μηχανάκια να ουρλιάζουν, ούτε αυτοκίνητα για να μουγκρίζουνε. Μόνο κάποιος γάιδαρος, που γκάριζε η κατσίκα που βέλαζε, γιατί είχαν ξεχάσει οι ιδιοκτήτες τους να τα ποτίσουν τα καημένα τα ζωντανά…

Αυτά σκεπτόμουν, καθισμένος στο βράχο και ξαφνικά μου ήρθε η επιθυμία μετά από 75 χρόνια, να κάνω μια βολτίτσα στα γνωστά και αξέχαστα μονοπάτια.  Και το ‘κανα. Περπάτησα μέσα στο νερό, μέχρι  τα γόνατα, όπως τότε. Ήταν το ίδιο τοπίο, όπως το ήξερα: να μια γνωστή πέτρα εδώ! να η πετράρα! να το στενόμακρο βραχάκι! να το ψωρόφυκο! μια αμμουδίτσα… όλα μου ξύπνησαν ευχάριστες μνήμες…

Όμως πουθενά δεν είδα κανένα κοκωβιό ή βότσο, γαρίδα, αφρόψαρα, στρόμπλο, πορφύρα ή σαλιάρα. Τίποτα… Ένα όμορφο τοπίο αλλά χωρίς τίποτα ζωντανό να κινείται!!! Ήταν ένα νεκρό τοπίο… Πολύ στενοχωρήθηκα… Βγήκα έξω, έβαλα τα παπούτσια μου και σιγά-σιγά,έφυγα πικραμένος, αλλά και θυμωμένος για τη μεγάλη καταστροφή και ψαρογενοκτονία που είδαν τα μάτια μου… Θυμήθηκα την ομορφιά και τη ζωντάνια, που είχαν αυτά τα ρηχοπάτια στις όμορφες παραλίες της Αίγινας. Όμως η εικόνα της μικρής πετονιάς με το αγκιστράκι στην άκρη, που ψάρευα τους κοκωβιούς θα μου μείνει ανεξίτηλη σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Θα ήμουν ευτυχής ,εάν μπορούσα να τη μεταγγίσω στα σημερινά μικρά παιδιά, αλλά και στους μεγάλους, που δεν πρόλαβαν να χαρούν τα ίδια συναισθήματα…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under πολιτισμός και "πολιτισμός", τοπικά θέματα, τοπική ιστορία, Η άλλη όψη της Αίγινας, η ώρα του τζίτζικα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s