Ο Φίλιππος Κυρίτσης, αναρχικός, πολιτικός κρατούμενος (αρχές 1978-τέλος 1981), μιλά για τις Φυλακές της Αίγινας στη Σχεδία (Μέρος 3ο)

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ 1978 ΚΑΙ ΤΟ 1979

 

Μια περιγραφή της φυλακής της Αίγινας δεν μπορεί να είναι σχετικά ολοκληρωμένη, αν δεν περιλαμβάνει και κάποια αναφορά στους εγκλείστους, ο εγκλεισμός των οποίων είναι και ο λόγος ύπαρξης της φυλακής.

Όταν με πήγανε στην Αίγινα, με οδήγησαν στην 2η ακτίνα, στον θάλαμο 7. Εκεί με πλησίασαν δύο κρατούμενοι, καμιά δεκαριά χρόνια περίπου μεγαλύτεροι από μένα, που βρισκόντουσαν μέσα για απαγορευμένες ουσίες (ναρκωτικά), αν θυμάμαι καλά. Αυτοί είχαν μια σχέση ανταγωνιστική μεταξύ τους που τελικά παραλίγο να τους οδηγήσει και τους δύο στο πειθαρχείο.

Ο πιο εντυπωσιακός,  για τα δικά μου δεδομένα της εποχής (1978), ήταν ο μεγαλύτερος  σε ηλικία, γύρω στα 33. Ήταν μάλλον τσιγγάνος και πρέπει να ήταν πολύ φτωχός, γιατί ντυνόταν με κάτι ρούχα λες και βρισκόμασταν στην δεκαετία του 1950. Ήταν από την Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω και είχε μια μάνα στον κόσμο, αλλά δεν είχε επισκεπτήριο. Κουρευόταν γουλί, όπως κούρευαν τους νεοσύλλεκτους στρατιώτες την δεκαετία του ’50, φορούσε τις καφέ πλαστικές παντόφλες που φόραγαν οι περισσότεροι στην φυλακή, στο κρεβάτι σκεπαζόταν με γκρι στρατιωτικές μάλλινες κουβέρτες που χορηγούσε η φυλακή και περνούσε πολλές ώρες τις ημέρας καθισμένος ανακούρκουδα στο προαύλιο της ακτίνας και κοιτάζοντας αμίλητος τον κόσμο. Βέβαια, δεν του έλειπαν τα τατουάζ. Το πιο ασυνήθιστο σε αυτόν τον συγκρατούμενο μου ήταν ότι, για να περνάει τις βραδινές ώρες που είμαστε κλεισμένοι στον θάλαμο, μια που δεν είχαμε τηλεόραση και δεν είχε πολλά πολλά με τους άλλους κρατούμενους, μου είχε ζητήσει να του δώσω κανένα βιβλίο να διαβάζει. Εκείνη την εποχή είχα μαζί μου ελάχιστα βιβλία και μάλιστα φιλοσοφικά σε κάκιστες μεταφράσεις. Από αυτά τράβηξε το ενδιαφέρον του “Η ουσία του χριστιανισμού”, του Λουδοβίκου Φόιερμπαχ, ένα βιβλίο κακομεταφρασμένο και γι’ αυτό εξαιρετικά δυσνόητο, όπως διαπίστωσα αργότερα που το διάβασα. Τον έβλεπα, λοιπόν, για μήνες ολόκληρους, κάθε βράδυ να ξαπλώνει πάνω από την στρατιωτική κουβέρτα, μια που δεν είχαμε καρέκλες, τραπέζια ή κομοδίνα, και να διαβάζει με τις ώρες το βιβλίο του Φόιερμπαχ, χωρίς να τον ενοχλούν οι ατελείωτες συζητήσεις μεταξύ των άλλων κρατουμένων. Σε σπάνιες περιπτώσεις με ρωτούσε για κάτι μέσα από το βιβλίο για να του επιβεβαιώσω ότι το κατάλαβε καλά.

Ο άλλος από τους δύο, ο μικρότερος, ήταν από το Παγκράτι και ψιλομάγκιζε, μάλλον για να κρατάει τους επίδοξους τραμπούκους σε κάποια απόσταση, γιατί ήταν μικροκαμωμένος. Αυτός έκανε, τον πρώτο καιρό, αρκετή παρέα μαζί μου και μου διηγούνταν τα νταραβέρια του με τους νέους της γειτονιάς του που οδηγούσαν σε κωμικοτραγικές ιστορίες, άξιες να τις περιγράφει κανείς.  Φαινόταν να αισθάνεται δίπλα μου μια ασφάλεια, που δεν την αισθανόταν με άλλους κρατούμενους, γιατί εγώ βρισκόμουν μέσα για πολιτικούς λόγους. Από αυτόν, δεν θυμάμαι πια ούτε το όνομα ούτε το επίθετο, όπως θυμάμαι από τον πρώτο.

Η ανταγωνιστική σχέση που ο Παγκρατιώτης είχε με τον συγκρατούμενο μου από την Αγία Βαρβάρα,  στην οποία συνέβαλλε και το γεγονός ότι κάνοντας παρέα με τον ένα δεν έκανα με τον άλλο, τον οδήγησε ένα βράδυ σε έναν τσαμπουκά μεταξύ τους, δηλ. ανταλλάξανε κάποιες μπουνιές. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Παγκρατιώτη, που μην έχοντας κάποιο όπλο να αμυνθεί απέναντι στον πιο γεροδεμένο αντίπαλό του, είχε πάρει μια σκούπα από τις παλιές, τις ας πούμε παραδοσιακές που χρησιμοποιούσε ο κόσμος προτού εφευρεθούν οι πλαστικές, της είχε αφαιρέσει όλο το σύρμα και το είχε διπλώσει πολλές φορές, για να φτιάξει κάτι σαν συρμάτινο ρόπαλο. Με αυτό είχε σκοπό να χτυπήσει τον αντίπαλο του, όμως δεν τα κατάφερε, γιατί οι φωνές και η φασαρία φέρανε τους φύλακες που ήρθαν και τους προειδοποίησαν ότι αν συνέχιζαν θα τους κλείνανε στο πειθαρχείο.

Στον θάλαμο, επίσης, ήταν ένας νεαρός παπατζής, ένας νταβατζής και ένας άλλος, μικρόσωμος κρατούμενος με πολύ βρώμικο στόμα, δηλ. ήταν εξαιρετικά χυδαίος και βρώμικος στα λόγια, ο οποίος περνούσε τα βράδια με ατελείωτες συζητήσεις με τον νταβατζή κι έναν φίλο του. Δεν ήταν πάνω από 25 χρονών και σε λίγες μέρες, μετά την εμφάνισή μου στην φυλακή, θα αποφυλακιζόταν.  Τελικά αποφυλακίστηκε και δεν πέρασαν παρά λίγες βδομάδες που ξαναγύρισε στην φυλακή με έναν φόνο στην πλάτη του. Αν θυμάμαι καλά είχε σκοτώσει κάποιον μπράβο σε κάποια παράνομη λέσχη τυχερών παιχνιδιών. Τον νταβατζή τον είχε καταγγείλει η γυναίκα του, την οποία εξέδιδε, αλλά δεν έκατσε κι αυτός πολύ καιρό στις φυλακές Αίγινας, γιατί τον στείλανε στις φυλακές της Τρίπολης, που ήταν φυλακή κατ’ εξοχήν για “αδικήματα ηθών”.

Στον μακρόστενο θάλαμο ήμασταν δώδεκα άτομα, από τα οποία το κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στην  αυλή, το είχε πιάσει ο παπατζής που ντυνόταν πάντα με κουστούμι και ο οποίος σε κάποια φάση μας έκανε επίδειξη του παιχνιδιού για το οποίο τον είχανε φυλακίσει, δηλ. του παπά. Σε εκείνην την φάση μας είχε κάνει επίδειξη του “παπά” και ο συγκρατούμενος μου από την Αγία Βαρβάρα. Τον παπατζή τον ξαναείδα και μερικές φορές και έξω από την φυλακή, να παίζει τον παπά στην οδό Πανεπιστημίου.

Λίγο καιρό μετά την εμφάνισή μου στην δεύτερη ακτίνα της φυλακής της Αίγινας ήρθε στον θάλαμό μου και με βρήκε ο Κίμωνας. Ήταν ένας κρατούμενος γύρω στα πενήντα και παραπάνω που κούτσαινε λιγάκι. Ήταν λίγο χοντρός, πολύ φαλακρός και στον ώμο είχε ένα τατουάζ με δύο σημαίες χιαστί, την ελληνική και την αμερικάνικη. Ο Κίμωνας είχε αρχίσει και έγραφε τα απομνημονεύματά του, που, ομολογώ, μου είχαν φανεί πολύ ενδιαφέροντα, και ήρθε να με βρει να μου τα δείξει, για να του πω την γνώμη μου και να τα διορθώσω, όπου θεωρούσα ότι χρειαζόντουσαν διόρθωση. Πέρα από όλα όσα είχε αρχίσει να γράφει, είχε να μου πει πολλές ιστορίες από την ζωή του, μεγάλο μέρος της οποίας είχε βγάλει στην Θεσσαλονίκη, από όπου κατάγονταν. Από αυτόν πρωτοάκουσα για τον Μουσχουντή, τον διαβόητο  διευθυντή της Ασφάλειας της Θεσσαλονίκης, που υπήρξε και κουμπάρος του Βασίλη Τσιτσάνη, του γνωστού συνθέτη λαϊκών τραγουδιών. Τα απομνημονεύματα του Κίμωνα είχαν αξία, γιατί ο Κίμωνας ήξερε πολλές από τις βρομιές στις οποίες επιδίδονταν τότε η Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης. Την εποχή που γνώρισα τον Κίμωνα και άρχισα να του διορθώνω το γραπτά και να τα καθαρογράφω εμφανίστηκε στην ζωή μου και ο Θόδωρος Τσουβαλάκης, ένας κρατούμενος που προορίζονταν να γίνει πολύ φίλος μου μέσα και έξω από την φυλακή και να με επηρεάσει, περισσότερο από όσο μπορούσε κανείς να φανταστεί. Το δυσάρεστο είναι ότι ο Τσουβαλάκης, για λόγους που ποτέ δεν μου αποκάλυψε, θεωρούσε ύποπτο τον Κίμωνα και ήθελε να με αποσπάσει από την προσέγγισή του. Από την άλλη μεριά, ο Κίμωνας απομακρύνθηκε από μένα, όταν άρχισα να συναναστρέφομαι τον Τσουβαλάκη και μου ζήτησε πίσω το χειρόγραφό του. Έτσι χάθηκε μια καλή ευκαιρία για να καταγραφεί και να δημοσιευτεί μια εμπειρία πολύτιμη για την κατανόηση της ζωής των ανθρώπων που οδηγούνται στην παρανομία, όπως ήταν η εμπειρία του Κίμωνα. Η τελευταία σκηνή που θυμάμαι με τον Κίμωνα είναι μια λογομαχία με τον φύλακα της πόρτας της 4ης ακτίνας, όταν και οι δύο είχαμε αλλάξει ακτίνα από καιρό, όπου ο Κίμωνας, επειδή δεν του άνοιγε την πόρτα ο φύλακας, άρχισε να αποκαλεί τους φύλακες φασίστες και να κάνει τον φασιστικό χαιρετισμό, φωνάζοντας Χάιλ Χίτλερ. Αυτό του κόστισε να τον μαζέψουν και να τον κλείσουν για μέρες στο πειθαρχείο. Από την συναναστροφή μου με τον Κίμωνα μου έχει μείνει σαν αναμνηστικό ένα καδράκι φτιαγμένο με χάντρες, όπου απεικονίζεται η αυλή ενός αγροτόσπιτου. Ο Κίμωνας δεν είχε λεφτά και νομίζω δεν είχε επισκεπτήρια. Περνούσε μια πολύ δύσκολη φάση της περιπετειώδους ζωής του, μεγάλο μέρος της οποίας είχε περάσει κάνοντας μπίζνες με τις χώρες του τότε Ανατολικού Μπλοκ, κυρίως την Ρουμανία. Γι’ αυτό και αναγκάζονταν να κάνει εργόχειρα με χάντρες, τα οποία πουλούσε σε άλλους πιο άνετους οικονομικά κρατούμενους, ώστε να βγάλει τα μικροέξοδα του και κυρίως τα τσιγάρα του. Όπως έχω ξαναπεί, σε προηγούμενο σημείωμά μου, το χρήμα μεταξύ των κρατουμένων ήταν τα τσιγάρα Ρεκόρ, δηλ. οι πληρωμές από κρατούμενο σε κρατούμενο γινόντουσαν με πακέτα τσιγάρα Ρεκόρ.

Αυτά τα τσιγάρα τα έχω συνδέσει στην μνήμη μου με πολλούς συγκρατούμενους μου. Ένας από αυτούς, του οποίου το όνομα μου διαφεύγει εντελώς, γύρναγε τους θαλάμους όταν ήταν ανοικτή η φυλακή (δηλ. οι θάλαμοι), και ρωτούσε αν έχει κανείς ρούχα για πλύσιμο. Ανάλογα με το είδος και την ποσότητα των ρούχων που του έδινε κάποιος για να πλύνει, χρέωνε και το πλύσιμο σε αριθμό πακέτων τσιγάρων Ρεκόρ. Τα τσιγάρα Ρεκόρ, απ’ ό,τι θυμάμαι, γιατί και εγώ τα κάπνιζα, κάνανε τότε 12 δραχμές. Το πλύσιμο γινόταν σε κάτι γούρνες, που υπήρχαν στον θάλαμο με τις τουαλέτες της ακτίνας. Δεν είχαν τρεχούμενο νερό και γι’ αυτό, για να πλύνει κανένας ρούχα, έπρεπε να κουβαλάει κουβάδες με νερό από τις βρύσες του προαυλίου. Για τις τουαλέτες που ήταν τούρκικοι καμπινέδες, υπήρχε μια μεγάλη γούρνα που την γέμιζαν με νερό. Από αυτό γέμιζε κανένας ένα κουβά και τον άδειαζε στην τουαλέτα. Γενικά οι τουαλέτες της 4ης ακτίνας είχαν τα χάλια τους και θυμάμαι μια φορά που είχε έρθει στο προαύλιο ο διευθυντής για να επιθεωρήσει την κατάσταση, τον πήρε ο Τσουβαλάκης και τον πήγε στις τουαλέτες να δει τα χάλια τους. Επίσης, τα λούκια λόγω παλαιότητας ήταν κάθε τόσο βουλωμένα. Γι’ αυτό είχε οριστεί ένας κρατούμενος που γυρνούσε από ακτίνα σε ακτίνα με ένα μεγάλο ρόπαλο, που στην άκρη είχε κάτι σαν στουπί, και ξεβούλωνε τα λούκια. Είχε πολύ δουλειά, γι’ αυτό άκουγες κάθε τόσο από το μικρόφωνο “Να έρθει ο Λάπας με την μπαζούκα του”.

Με πακέτα Ρεκόρ πήρα και άλλα εργόχειρα για να βοηθήσω κάποιους, ας πούμε, φίλους. Ένας από αυτούς, ένας σωματώδης γεροδεμένος τύπος που μου φαινόταν καλό παιδί, ήταν μέσα γιατί είχε σκοτώσει κάποιον πλούσιο ομοφυλόφιλο, στον οποίο πουλούσε σεξουαλικές υπηρεσίες. Από τα λεγόμενα του φίλου αυτού είχα καταλάβει ότι όλα τα κακά άρχισαν γι’ αυτόν όταν πήγε στρατιώτης. Στον στρατό έμαθε τις απαγορευμένες ουσίες και το εύκολο χρήμα. Όταν είχε κάνει το αδίκημα ήταν “πίτα”. Και με αυτόν έκανα κάποια παρέα, όταν ήμουν στην 2η ακτίνα, και έχω κρατήσει σαν ενθύμιο από αυτόν έναν Πλούτο (η γνωστή φιγούρα σκύλου από τα κινούμενα σχέδια του Γουόλτ Ντίσνεϊ), χαραγμένο πάνω σε χαλκό και χρωματισμένο. Πίσω από το καδράκι με τον Πλούτο, είχα ζητήσει να μου γράψει ο φίλος το όνομά του και αυτός μου έγραψε, εκτός από το όνομα,   την ποινή και την αιτιολογία της (έγραψε: 23 χρόνια φυλακή γιατί δεν έτρωγα το φαΐ μου).

Από έναν άλλο συγκρατούμενο, τον Κώστα, που ήταν μέσα για διγαμία νομίζω, πήρα ένα άλλο εργόχειρο με πακέτα τσιγάρα Ρεκόρ. Μια ξυλόγλυπτη κορνίζα με ένα κέντημα που απεικονίζει πουλί, το οποίο είχε κεντήσει η γυναίκα του. Ο Κώστας είχε κάνει την ξυλόγλυπτη κορνίζα. Αυτός ο φίλος, όσο ήταν έξω έκανε διάφορα για να εξασφαλίζει γρήγορα λεφτά, από το οποίο, το πιο εντυπωσιακό για μένα ήταν το “Βαρέλι”, ευρύτερα γνωστό σαν “ο γύρος του θανάτου”. Για όσους δεν το γνωρίσανε, ήταν ένα τεράστιο βαρέλι που στο χείλος του είχε περιμετρικά έναν διάδρομο. Εκεί ανεβαίνανε οι θεατές και παρακολουθούσαν ακροβατικά νούμερα μέσα στο βαρέλι, από τα οποία το πιο εύκολο ήταν να γυρνάει κανείς γύρο-γύρο τα τοιχώματα με μια μοτοσικλέτα, που δεν έπεφτε στον πάτο του βαρελιού λόγω της φυγόκεντρης δύναμης.

Από τον Τσουβαλάκη, γνώρισα έναν κοντό, μαυριδερό, πολύ γεροδεμένο τύπο, που όλη μέρα έκανε γυμναστική, που ήταν μέσα για μαστροπεία και σωματεμπορία. Ακούγοντας τον να συζητάει με τον Τσουβαλάκη κι εμένα, συμπέραινα ότι δεν αισθανόταν καμιά τύψη για το επαίσχυντο επάγγελμά του. Μάλιστα, το όνειρό του, όταν θα έβγαινε από την φυλακή, ήταν να ανοίξει ένα “αξιοπρεπές” μαγαζί, για να εξυπηρετείται “πολιτισμένα” ο κόσμος. Και τι θα ήταν αυτό το “αξιοπρεπές” μαγαζί; Αυτό που σήμερα είναι γνωστό σαν “κωλάδικο” ή “κωλόμπαρο”. Είχε κουραστεί να κυνηγάει για να δείρει πελάτες των εκδιδομένων γυναικών υπό την “προστασία” του, οι οποίοι κάνανε την “δουλειά τους” με αυτές, χωρίς να τις πληρώνουν. Πάντως, δεν θυμάμαι τον μαστροπό αυτό να μιλάει χυδαία. Είχα ακούσει όμως έναν άλλο, να διηγείται τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλε την γυναίκα του για να εκδίδεται, και αυτός ήταν επαρκώς εμετικός. Γενικά, πάντως, οι περισσότεροι νταβατζήδες περνάγανε καλά στην φυλακή, γιατί και οι εκδιδόμενες τους φέρνανε σακούλες γεμάτες με όλα τα αγαθά του θεού και η υπηρεσία τους έγραφε στα μεροκάματα, για να μειώνουν τις, ούτως ή άλλως, μικρές ποινές τους. Υποθέτω ότι πληρώνανε την υπηρεσία με λεφτά ή σεξουαλικές υπηρεσίες παρεχόμενες από τις υπό την προστασία των νταβατζήδων εκδιδόμενες. Ο νταβατζής που μου γνώρισε ο Θόδωρος, πρέπει να ήταν στην κατώτερη βαθμίδα της κλίμακας, γιατί δεν είχε επισκεπτήρια, ούτε λεφτά, απ’ ό, τι θυμάμαι.

Πιο εμετικός από όλους ήταν ο καφετζής της 2ης ακτίνας, δηλ. ο κρατούμενος που η υπηρεσία του είχε αναθέσει το πόστο του καφετζή. Συγκεκριμένα, στην αυλή της κάθε ακτίνας υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι με μια φιάλη υγραερίου και μια συσκευή πετρογκάζ για ψήσιμο καφέδων και παρασκευή φαγητών για δική τους χρήση από άτομα που είχαν ειδική άδεια γι’ αυτό. Εκεί έφτιαχνε τους καφέδες ο καφετζής της ακτίνας και με έναν κλασικό δίσκο καφετζή της δεκαετίας του ’60 τους διένειμε στους θαλάμους, από όπου είχε πάρει τις παραγγελίες. Ο καφετζής αυτός είχε τόσο χυδαία γλώσσα, που νομίζω ότι δεν ξανάκουσα στην ζωή μου από τότε, παρά μόνο διάβασα σε σχόλια φασιστών κάτω από δυσάρεστες γι’ αυτούς αναρτήσεις στο διαδίκτυο. Και φρόντιζε να φωνάζει συχνά, ώστε η χυδαία γλώσσα του να ακούγεται από όλους. Ο καφετζής έμενε μαζί με άλλους σε έναν συγκεκριμένο θάλαμο, που υποτίθεται καταλάμβαναν τα “μεγάλα μαχαίρια” της 2ης ακτίνας.

Ο πιο αταίριαστος από άποψη προσαρμογής του προς την εικόνα που έδιναν οι κρατούμενοι της 2ης ακτίνας ήταν κάποιος ψηλός πολύ αδύνατος γκριζομάλλης χωρίς δόντια που έμενε μόνος του σε ένα θαλαμάκι σε μια άκρη της ακτίνας. Ήταν ο Ράνη, ο αμερικανός ισοβίτης με τον οποίο συνδέθηκα με πολύμηνη φιλία και πέρασα πολλές ώρες στο θαλαμάκι του. Ήταν ήδη 12, τουλάχιστον, χρόνια στην φυλακή, όταν τον γνώρισα, όμως δεν μιλούσε ελληνικά και δεν έκανε παρέα με κανέναν Έλληνα. Όπως έμαθα από τον ίδιο είχε πάθει τόσες ζημιές από τις σχέσεις του με Έλληνες κρατούμενους που προτιμούσε να βγάζει την ισόβια κάθειρξη μόνος του, παρά να ξανασυναναστραφεί μαζί τους. Με τον Ράνη με συνέδεε πάνω απ’ όλα η αγγλική γλώσσα. Όσο έκανα παρέα μαζί του λειτούργησε σαν πραγματικός δάσκαλος, διορθώνοντάς με όταν δεν έλεγα σωστά μια λέξη και δίνοντας μου την ευκαιρία να βελτιώσω την προφορά μου διαβάζοντας φωναχτά μπροστά του ολόκληρο βιβλίο. Σίγουρα, ήταν λίγο περίεργος τύπος. Πίστευε ότι ο νεσκαφές ήταν το καλύτερο φάρμακο για όλες τις αρρώστιες και με έμαθε να τον πίνω χωρίς ζάχαρη. Το θαλαμάκι του ήταν γεμάτο βιβλία εντομολογίας, τα οποία τον είχανε συντροφεύσει όλο το πολύχρονο διάστημα του εγκλεισμού του. Τον είχανε καταδικάσει πρωτόδικα σε θάνατο για διπλό φόνο, που ποτέ δεν παραδέχτηκε, όμως η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια, με χάρη από τον βασιλιά. Αυτό που μου είχε κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση είναι ότι το καλοκαίρι, αξιοποιώντας την φοβερή ζέστη και υγρασία που επικρατούσε στην φυλακή, μετέτρεπε το θαλαμάκι του σε ένας είδος σάουνας. Δηλ. Έκλεινε τα τζάμια το καταμεσήμερο, δώδεκα με δυόμιση που ήταν κλειστή η φυλακή και μόλις άνοιγε η φυλακή έτρεχε στα μπάνια και έκανε μπάνιο με κρύο νερό.

Υπήρξε περίοδος που έκανα τόση παρέα με τον Ράνη, ώστε επιχείρησα να τον βοηθήσω, συστήνοντας του μια γνωστή μου δικηγόρο του αναρχικού χώρου, την Ελένη Δημουλέα. Η Ελένη ερχόταν και με έβλεπε τακτικά στην Αίγινα και δεν δέχτηκε ποτέ καμιά αμοιβή. Όταν της σύστησα τον Ράνη, δέχτηκε να τον δει, όμως δεν κατάφερε να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Το αποτέλεσμα ήταν να αισθάνεται προδομένος ο Ράνη από αυτήν και να “κατεβάζει καντήλια” εναντίον της. Με τον Ράνη έκοψα μετά την καταδίκη μου, μάλλον γιατί ήταν υπερβολικά φορτικός, μια που ήμουνα ο μοναδικός του φίλος, και είχα βρει και καλύτερες παρέες. Λίγο καιρό μετά την διακοπή των επαφών μας άλλαξα ακτίνα. Η τελευταία φορά που άκουσα γι’ αυτόν ήταν ότι τον είχαν κλείσει στο πειθαρχείο, γιατί τον πιάσανε να έχει φτιάξει κρασί από ένα  σοκολατούχο σκεύασμα, την Οβομαλτίνη, μια σκόνη παρασκευής ροφήματος για παιδιά. Είχα δοκιμάσει κι εγώ κρασί από Οβομαλτίνη, που κάποιοι είχαν φτιάξει στον θάλαμο μου και, θυμάμαι, ήταν μια χαρά κρασί. Τώρα, το πως πιάστηκε ο Ράνη, δεν το έμαθα ποτέ. Από τον Ράνη μου έχουν μείνει δύο ενθύμια, από τα οποία το ένα είναι το βιβλίο “Microbe Hunters” που, δυστυχώς, δεν το έχω διαβάσει ακόμα.

Ένας άλλος κρατούμενος, που γνώρισα στην δεύτερη ακτίνα και δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν ο Γιώργος, που ήταν ήδη ή έγινε αργότερα παλαιοημερολογίτης παπάς. Ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος και ήταν μέσα για οικονομικά αδικήματα. Ήταν ιδεολόγος χριστιανός και ήθελε να βοηθάει, όσο μπορούσε, τους άλλους κρατούμενους με τις γραμματικές του γνώσεις. Ερχόντουσαν πολλοί και τον ρωτάγανε να τους πει τρόπους για να διεκδικήσουν δικαστικά μειώσεις των ποινών τους ή τον ρωτάγανε για την πιθανή έκβαση της δίκης τους. Όμως η μεγαλύτερη προσφορά του στην “κοινότητα” ήταν οι αναφορές και οι αιτήσεις που έγραφε, για όποιον κρατούμενο του ζητούσε. Εκτός από την Αίγινα, τον είχα πετύχει και στον Κορυδαλλό, όπου είχε ξαναμπεί, μετά από μια σύντομη περίοδο ελευθερίας, κατά την οποία είχε μετατρέψει το μέρος που έμενε σε καταφύγιο αστέγων αποφυλακιζομένων. Στον Κορυδαλλό συνέχιζε το φιλανθρωπικό του έργο των αιτήσεων και των αναφορών κι εγώ για να τον βοηθήσω του είχα δωρίσει έναν Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Τελευταία φορά που τον είδα ήταν το 1987, κατά την διάρκεια μιας απεργίας πείνας στα Προπύλαια, που είχα κάνει μαζί με άλλους, για συμπαράσταση στο αίτημα αποφυλάκισης με χάρη του ισοβίτη Χρήστου Ρούσου. Σε εκείνη την φάση φορούσε ράσο και μου είχε πει ότι είχε φτιάξει μια εθελοντική οργάνωση που συμπαραστεκόταν στους αστέγους. Μάλιστα, μια φορά, είδα ένα μικρό αφιέρωμα για την φιλανθρωπική δράση του στην κρατική τηλεόραση, στην διάρκεια του δελτίου ειδήσεων. Ο Γιώργος, με ράσο και με τους βοηθούς του γύρναγε τα μέρη, όπου κοιμόντουσαν άστεγοι, όπως το υπόγειο της Ομόνοιας εκείνη την εποχή, και τους μοίραζε φαϊ. Από αυτόν έχω ενθύμιο ένα βιβλίο αποτελούμενο από κόλες αναφοράς, βιβλιοδετημένο στο βιβλιοδετείο των φυλακών Κορυδαλλού, και μια Καινή Διαθήκη, με κείμενο και νεοελληνική μετάφραση. Ο Γιώργος  υπήρξε ίσως ο καλύτερος παπάς που έχω γνωρίσει ποτέ μου.

Ο Γιώργος ήταν φίλος ενός κρατούμενου που δικάστηκε από το ίδιο δικαστήριο που δικάστηκα κι εγώ και περάσαμε κάποιες μέρες μαζί στο κρατητήριο του άθλιου Τμήματος Μεταγωγών Αθηνών. Είχε φάει 4 χρόνια για ληστεία πόρνης. Αυτός ήταν μια χαρακτηριστική μορφή του κοινωνικού περιθωρίου που από το κουτσαβάκικο περπάτημά του και μόνο, καταλάβαινες ότι ήταν άνθρωπος γνωστός στις φυλακές. Είχε γνωρίσει τις φυλακές από μικρός και το σώμα του ήταν γεμάτο κοψίματα και τατουάζ. Στην Αίγινα, μάλιστα, τον είδα να πλακώνεται στις μπουνιές με κάποιον, κοντά στις τουαλέτες, όπου είχαν πάει για “να καθαρίσουν”. Αν και είχε το στυλ ανθρώπου που έπρεπε να τον φοβάσαι, δεν άκουσα ποτέ κακό λόγο γι’ αυτόν, πέρα από το αδίκημά του. Εκτός από τη φυλακή της Αίγινας, τον Κώστα, έτσι τον λέγανε, τον ξανασυνάντησα στο ψυχιατρείο κρατουμένων. Εκεί, έμαθα αργότερα, μαζί με τον Γιάννη, έναν κρατούμενο που έγινε αργότερα θρύλος, είχαν χτυπήσει έναν γιγαντόσωμο ρουφιάνο και αυτό τους κόστισε μια ακόμη μεταγωγή στις διαβόητες πειθαρχικές φυλακές της Κέρκυρας. Φημολογείται ότι όταν το 1981 βρέθηκα μαζί με τον ηρωικό συγκρατούμενό μου και σύντροφο Γιάννη Σκανδάλη, στην απομόνωση των φυλακών της Πάτρας, κατά την διάρκεια μιας απεργίας πείνας, ο Κώστας ήταν κι αυτός στην Πάτρα και χτύπησε έναν φύλακα κατά την διάρκεια μια μικροεξέγερσης. Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ για τον Κώστα είναι ότι πάνω από το κρεβάτι του, στο κελί του στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων του Κορυδαλλού είχε μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας!

Εγώ στις φυλακές της Αίγινας βρέθηκα τον Απρίλη του 1978. Τον Μάη του ίδιου χρόνου φέρανε έναν άλλο κρατούμενο για πολιτικούς λόγους, που τον είχανε πιάσει μετά από κάποια επεισόδια με Οννεδίτες (της Ο.Ν.ΝΕ.Δ.) κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Αυτός ήταν ο Γιάννης Πίτσικας ένας εικοσάχρονος περίπου φοιτητής με μακριά ξανθά μαλλιά. Καταφέραμε, όσο έμεινε στην Αίγινα, να μείνουμε στον ίδιο θάλαμο. Για μένα ήταν μια ανάσα, την πρώτη εκείνη εποχή που δεν έβλεπα κανέναν άλλο κρατούμενο για πολιτικούς λόγους. Το μικρό χρονικό διάστημα που έμεινε προφυλακισμένος στην Αίγινα, ήμασταν “κολλητοί”. Όμως, ο Πίτσικας έπασχε από το νεφρό του και κάποια βραδιά, όταν ήταν κλειστοί οι θάλαμοι, έπαθε κωλικό του νεφρού. Μετά από ώρες αγωνίας οι πόνοι γίνανε τόσο έντονοι που βάλθηκε να φωνάζει τους φύλακες να του ανοίξουν για να πάει στο αναρρωτήριο. Οι φύλακες, όπως συνήθως, κάνανε το κορόιδο και χρειάστηκαν πολλές φωνές και κάποιες κλωτσιές στην πόρτα του θαλάμου για να έρθουν. Στην αρχή του φέρανε κάποια ασπιρίνη και μόνο όταν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα που συνεχίζονταν οι πόνοι, πείστηκαν από τις φωνές και τον πήγαν στο αναρρωτήριο. Την άλλη μέρα τον πήραν για το νοσοκομείο των φυλακών του Κορυδαλλού και από τότε δεν τον ξαναείδα. Μετά από πολλά χρόνια όμως, ύστερα από μια εμφάνισή μου στην τηλεόραση σε μια εκπομπή για τον δολοφονημένο συγκρατούμενο και φίλο μου μέσα στην φυλακή Παναγιώτη Γαγγλία, ο Γιάννης επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί μου και για κάποιο διάστημα ανταλλάξαμε κάποια τηλεφωνήματα. Έτσι έμαθα ότι έμενε στην Καλαμάτα, ότι η γυναίκα του ήταν πολύ σοβαρά άρρωστη και ότι αυτός είχε επίσης πρόβλημα υγείας με την καρδιά του. Μια μέρα με πήρε για να μου πει ότι θα ερχόταν στην Αθήνα για κάποια εγχείρηση στην καρδιά του και θα βλεπόμασταν. Δεν ειδωθήκαμε. Μετά  χάθηκε και αυτός στο σκοτάδι. Από αυτόν μου έχει μείνει ενθύμιο η απολογία που είχε ετοιμάσει σε ένα τετράδιο, περιμένοντας την δίκη του.

Όσο έμεινα στην 2η ακτίνα της Αίγινας δεν εμφανίστηκε άλλος κρατούμενος για πολιτικούς λόγους εκτός από τον Πίτσικα. Κάποια όμως πολιτικοποίηση μπορούσες να διακρίνεις σε κάποια άτομα, μια που η εποχή της μεταπολίτευσης που η πολιτική είχε έρθει στη μόδα, δεν είχε ξεχαστεί ακόμη. Ένα τέτοιο άτομο, που θυμάμαι μόνο το επίθετό του, ήταν υπόδικος για λαθρεμπόριο μπανάνας! Τότε οι μπανάνες ήταν είδος πολυτελείας, γιατί οι φόροι με τους οποίους τις επιβάρυνε το κράτος ήταν μεγάλοι, με αποτέλεσμα η τιμή τους να βρίσκεται “στα ουράνια”. Ο φίλος αυτός έφυγε γρήγορα, όμως αν θυμάμαι καλά, μέσω αυτού γνώρισα τον πιο πολιτικοποιημένο από όλους τους άλλους κρατούμενους της ακτίνας, τον Θόδωρο Τσουβαλάκη. Ήταν υπόδικος για μια ληστεία τράπεζας του 1977 που επειδή κατέληξε σε ομηρία κάποιων ατόμων, που στο σπίτι τους βρήκαν καταφύγιο οι δύο κυνηγημένοι ληστές (ο Θόδωρος και ο αδελφός του Νίκος), είχε αφήσει εποχή. Τα δύο αδέλφια κρατώντας ομήρους και πυροβολώντας, όταν η αστυνομία επιχειρούσε να μπει στο σπίτι, είχαν καταφέρει να κάνουν γνωστή την περιπέτειά τους μέσω του ραδιοφώνου που μετέδιδε τα νέα της πολιορκίας τους από την αστυνομία. Από το ραδιόφωνο είχα ακούσει κι εγώ για πρώτη φορά γι’ αυτούς, πριν γνωρίσω τον Θόδωρο, ο οποίος επρόκειτο να γίνει πολύ φίλος μου, όσο ήμασταν στην φυλακή, και η φιλία μας να συνεχιστεί και έξω για κάποια χρόνια.

Ο Θόδωρος ή Θόδωρας, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, ήταν αυτός που είχε την ιδέα να καταθέσω στο δικαστήριο μου απολογητικό υπόμνημα αντί να απολογηθώ, όταν έμαθε  ότι θεωρούσα την σχεδόν εξάμηνη προφυλάκιση εμένα και της Σοφίας για ένα ουσιαστικά τόσο ασήμαντο αδίκημα, όπως η αναπόδεικτη κατοχή μολότοφ, σαν μια απαράδεκτη για μια δημοκρατική χώρα πρόκληση, η οποία έπρεπε να απαντηθεί με άρνηση νομιμοποίησης της δίκης μας με την συμμετοχή μας. Όσον αφορά την ποινή, ο Θόδωρας περίμενε να είναι μεγάλη, επειδή με είχαν προφυλακίσει στις “Εγκληματικές Φυλακές Αίγινας”, όπου φυλακιζόντουσαν συνήθως βαρυποινίτες. Εγώ, κρίνοντας από την ασημαντότητα του αδικήματος και την έλλειψη αποδείξεων εναντίον μας, δεν περίμενα ποινή μεγαλύτερη από την προφυλάκισή μας και γι’ αυτό περίμενα να αφεθούμε ελεύθεροι μετά την δίκη.

Κατά τα άλλα, η συναναστροφή μου με τον Θόδωρα μου ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, γιατί συμπεριφερόταν σαν ένας κοσμοπολίτης που δεν είχε καμιά πολιτιστική σχέση με το περιβάλλον της φυλακής και μου μιλούσε συνέχεια για τις ευχάριστες εμπειρίες του στο εξωτερικό και την τεράστια διαφορά που χαρακτηρίζει την ζωή στην Ευρώπη και στην Αμερική, σε σχέση με την Ελλάδα. Τις χαοτικές αντιθέσεις μεταξύ Ελλάδας και Δυτικής Ευρώπης ή Αμερικής τις αντιμετώπιζε με έναν ακαταμάχητο σαρκασμό, που σε έκανε να αισθάνεσαι ότι επιτέλους βρήκες έναν φίλο που ήξερε να στιγματίζει τα αίσχη της Ελλάδας με τα πιο πετυχημένα λόγια. Π.χ. Σε μια συνέντευξη που έναν χρόνο μετά είχε δώσει μέσα από τις φυλακές της Χαλκίδας στον τότε δημοσιογράφο Γιώργο Λιάνη, είχε πει ότι στην πλειοψηφία τους οι Έλληνες συμπεριφέρονται σαν τσέλιγκες ή γκαρσόνια. Με τέτοια λόγια, ο Θόδωρας σε έκανε να αποκτάς εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, αν δεν έβλεπες τίποτα καλό στα “ελληνικά” χαρακτηριστικά του νεοέλληνα. Από εκείνη την εποχή άρχισα να κάνω όνειρα να ζήσω την ζωή μου εκτός Ελλάδας, όταν θα έβγαινα από την φυλακή.

Από μένα ο Θόδωρας έμαθε για το οργανωμένο αναρχικό κίνημα και για την συμπαράσταση που αυτό μπορούσε να επιδείξει προς αυτούς που το άξιζαν. Έτσι, όταν είδε ότι είχα αλληλογραφία με την αναρχική εφημερίδα “Freedom” του Λονδίνου, τους έγραψε ένα γράμμα, όπου τους έλεγε ότι ήταν δύο αδέλφια αναρχικοί στην φυλακή (αυτός και ο αδελφός του Νίκος), που ήταν μέσα για ληστεία τράπεζας και ζητούσε την συμπαράστασή τους. Εμένα μου είχε κακοφανεί, βέβαια, όταν αργότερα είδα το γράμμα δημοσιευμένο και διαπίστωσα ότι έδινε την εντύπωση ότι το αδίκημα των δύο αδελφών ήταν συνέπεια της πολιτικής τους “στράτευσης” στον αναρχισμό. Εννοείται, ότι αυτό το γράμμα δεν ήταν τίποτα, μπροστά στις συνεντεύξεις που ακολούθησαν αργότερα. Πέρα από κάτι τέτοια, που δεν μου αρέσανε, ο Θόδωρας ήταν απολαυστικός. Θυμάμαι ότι, όταν καταφέραμε και βρεθήκαμε στον ίδιο θάλαμο της δεύτερης ακτίνας, στον 12, είχε πιάσει την καλύτερη θέση του θαλάμου, δίπλα στο παράθυρο. Και μια μέρα, όταν μετά το άνοιγμα του θαλάμου, στις 7.30 το πρωί, κάποιος βρισκόταν έξω από το παράθυρό του και έκανε φασαρία, ο Θόδωρας που βρισκόταν στο κρεβάτι του, πετάχτηκε έξω εξαγριωμένος και του έβαλε τις φωνές λέγοντάς του ότι τον ξύπνησε με τη φασαρία που έκανε και ότι, εάν είχε σκοπό να ξυπνάει από τις 7 η ώρα το πρωί, θα γινόταν εργάτης και δεν θα γινόταν ληστής! Το καλοκαίρι, με την πολύ ζέστη, ο Θόδωρας κυκλοφορούσε με ένα σορτσάκι μόνο, με μαύρο γυαλί και μια πετσέτα μπάνιου στον ώμο. Την πετσέτα την έστρωνε στο πεζούλι της αυλής, έβαζε αντηλιακό και έκανε ηλιοθεραπεία, λες και βρισκόταν γύρω από την πισίνα ενός πολυτελέστατου ξενοδοχείου. Από την άλλη μεριά, σαν εξαιρετικά ετοιμόλογος που ήταν, σε όσους επιχειρούσαν να σχολιάσουν την συμπεριφορά του απαντούσε με τέτοιο τρόπο που τους αποστόμωνε. Εγώ, εντυπωσιασμένος από την ασυνήθιστη αλλά ενδιαφέρουσα συμπεριφορά του Θόδωρα, ήμουν τότε διατεθειμένος να κάνω ό,τι μπορούσα για να κάνει ο Θόδωρας την φιγούρα του. Έτσι, είχα ζητήσει από τον αδελφό μου που ερχόταν στο επισκεπτήριο, να αγοράσει για τον Θόδωρα και για μένα ένα συγκεκριμένο μοντέλο παπουτσιών μάρκας Adidas, σαπούνι τύπου Tabac Κολωνίας, τσιγάρα Craven και το περιοδικό Soldier of Fortune. O αδελφός μου μόνο τα τσιγάρα Craven δεν κατάφερε να βρει.

Ο Θόδωρας, λόγω της ευφυΐας που τον διέκρινε, κατάφερνε να επισκέπτεται και άλλες ακτίνες, όπως η τέταρτη. Εκεί, μεταξύ άλλων, είχανε όλους τους ξένους, εκτός από τον Ράνη. Μεταξύ αυτών, ο Θόδωρας ήξερε έναν Αυστριακό, ο οποίος έμελλε να γίνει πολύ φίλος μου και να έχει πολύ θλιβερό τέλος. Αυτός ήταν ο Κρίστιαν Σλούντερ, που το όνομά του έδωσα στην κόρη μου, που γεννήθηκε 12 χρόνια αργότερα από την εποχή που αναφέρομαι. Ο Κρίστιαν, από την αγάπη του για τον Θόδωρα, προσπαθούσε να τον βοηθήσει, όπως μπορούσε, με τα πράγματα που του έφερναν απέξω. Και ο Θόδωρας, βλέποντας ότι η θέση μας ήταν ανάμεσα στους ξένους και όχι στους Έλληνες, έβαλε στόχο να μεταφερθούμε και οι δύο στην 4η ακτίνα και τα κατάφερε.

Στην 4η ακτίνα γνώρισα και τις πιο γνωστές προσωπικότητες, όπως τον Γιάννη Σερίφη, που όπως κι εγώ ήταν μέσα για πολιτικούς λόγους, τον Μιχάλη Πρέκα που μετά από χρόνια σκοτώθηκε από την αστυνομία και τον Θόδωρο Βενάρδο, του οποίου οι ληστείες και οι αποδράσεις είχαν αφήσει εποχή. Αλλά γι’ αυτούς θα μιλήσω παρακάτω. Θέλω πρώτα να μιλήσω για έναν κρατούμενο που ο Θόδωρας μου είχε γνωρίσει στους διαδρόμους μεταξύ των αχτίνων και συγκεκριμένα έξω από το οδοντιατρείο της φυλακής. Αυτός ήταν ο Κορνήλιος, με τον οποίο βρεθήκαμε επανειλημμένως και μετά την αποφυλάκισή μας και έκτοτε βλεπόμαστε κατά καιρούς.

Ο  Κορνήλιος είχε αναπτύξει πολύπλευρο ταλέντο. Η κύρια απασχόλησή του ήταν η ποίηση, με την οποία περνούσε τον χρόνο του δημιουργικά. Όμως έκανε και σχέδια τα οποία έδινε για να αποτυπωθούν σε χαλκό και να ζωγραφιστούν. Τέτοια εργόχειρα έκανε ο Μιχάλης Πρέκας. Εκείνη την εποχή ο Κορνήλιος ήταν πολύ παραγωγικός σε ποιήματα. Θυμάμαι ότι είχε ήδη έτοιμες δύο συλλογές με πολλά ποιήματα η κάθε μια. H μία ήταν ο “Ζώης ο πεθαμένος” και η άλλη η “Δέσποινα Καπιταλιστικίδου του Τ.Ε.Β.Ε. και της εφορίας”. Τα περισσότερα ποιήματα του Κορνήλιου ήταν ποιήματα διαμαρτυρίας. Μέσα από αυτά μπορούσε να πάρει κάποιος μια ιδέα, για το πως βλέπουν πολλοί κρατούμενοι την φυλάκισή τους και την κοινωνία στην οποία την αποδίδουν. Αν και περάσανε 31 χρόνια από τότε, ο Κορνήλιος διατηρεί το στυλ που είχε εκείνη την εποχή. Το καλό με τα ποιήματα του Κορνήλιου είναι ότι εκτός από σαφές και κατανοητό περιεχόμενο, έχουν μέτρο και ομοιοκαταληξία και γι’ αυτό διαβάζονται άνετα. Επίσης, από άποψης εμφάνισης τα χειρόγραφά του είναι ιδιαίτερα ελκυστικά γιατί γράφει με πολύ ωραία γράμματα λες και φτιάχνει ταμπέλες. Και εκτός από ποιήματα, τα χειρόγραφά του περιλαμβάνουν και ζωγραφιές και κολλάζ. Με λίγα-λόγια, όταν ο Κορνήλιος δημιουργεί κάποιο έργο, το έργο αυτό πρέπει να έχει αισθητική αξία από μόνο του και να μην χρειάζεται να τυπωθεί, προκειμένου να γίνει ευπαρουσίαστο με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει η τέχνη της τυπογραφίας.

Με τον Κορνήλιο, όπως και με τον Θόδωρα, μπορούσα να συζητήσω για πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Όπως και ο Πρέκας, αργότερα, ο Κορνήλιος βρήκε στον αναρχισμό κάποια στοιχεία που συμφωνούσαν με τις απόψεις του για την κοινωνία και τον βοηθούσαν να διατυπώσει καλύτερα την κριτική του σ’ αυτήν. Υιοθετώντας αναρχικές απόψεις, όταν βγήκε από την φυλακή ήρθε σε επαφή με τον αναρχικό χώρο των Εξαρχείων, χωρίς όμως να οργανωθεί ποτέ σε καμιά ομάδα. Δυστυχώς, η φυλάκισή του στην Αίγινα δεν ήταν η τελευταία. Ξαναμπήκε στην φυλακή μερικές φορές ακόμη. Πάντως τα αδικήματά του ήταν πάντα κατά της ιδιοκτησίας και ποτέ δεν έκανε κάτι, για το οποίο θα μπορούσε κανείς, βάζοντας το χέρι στην καρδιά, να τον χαρακτηρίσει κακοποιό.

Στην τέταρτη ακτίνα βρήκα και δύο ανήλικους, τον Νίκο και τον Κώστα, οι οποίοι είχαν μεταχθεί στην φυλακή της Αίγινας, που ήταν φυλακή ενηλίκων, για να τιμωρηθούν για τις αποδράσεις τους από την αγροτική φυλακή Κασσαβέτεια του Αλμυρού (Βόλου). Ήταν αρκετά σωματώδεις για την ηλικία τους, δεν έπαυαν όμως να διατηρούν την παιχνιδιάρικη διάθεση της μετεφηβικής ηλικίας. Έτσι, μαζί τους πέρασα μερικές ευχάριστες και αλησμόνητες στιγμές. Άλλωστε δεν είχαμε πάνω από 4 χρόνια διαφορά στην ηλικία. Ο Νίκος είχε κρεμασμένο στο λαιμό του σαν περιδέραιο ένα κλειδί που άνοιγε χειροπέδες και σε κάποια φάση, στην διάρκεια μιας μεταγωγής, ξεκλείδωσε τις χειροπέδες, με τις οποίες ήταν δεμένος, και τις έδωσε στους μπάτσους που τον συνόδευαν για να κάνει πλάκα! Στον άλλο, τον Κώστα, μια φορά κάναμε με τον Νίκο μια πλάκα που του κόστισε να κουβαλάει από τις βρύσες στις τουαλέτες, που ήταν στην άλλη άκρη της αυλής, 20 κουβάδες νερό. Είχε χάσει ένα στοίχημα που είχε βάλει με τον Νίκο, για το ποια είναι η πρωτεύουσα της Ολλανδίας. Εγώ, μετά από παρότρυνση του ανταγωνιστή του, του είχα πει ότι είναι το Άμστερνταμ. Ενώ είναι η Χάγη. Τον Κώστα τον είχα δει και μετά την αποφυλάκισή μου, να δουλεύει σε ένα μαγαζί στην Πανεπιστημίου. Ο φουκαράς δεν πρόλαβε να φτάσει τα τριάντα χρόνια ζωής. Σε κάποιον ενδοοικογενειακό καυγά τον μαχαίρωσε θανάσιμα ο αδελφός του. Εγώ πήγα στο Άμστερνταμ μετά 32 χρόνια.

Στο Άμστερνταμ δεν είχα κανονίσει να πάω, όταν ήμουνα στην φυλακή. Είχα κανονίσει μαζί με άλλους φίλους μου κρατούμενους, όμως, να πάω σε άλλα μέρη. Ένας από αυτούς ήταν ο Σπύρος ο Κοτρέτσος. Ήταν ψηλός, αδύνατος με στεντόρεια φωνή. Από τότε που δεν τον ξαναείδα κάποιες φορές αισθάνθηκα σαν να με φωνάζει με αυτήν την στεντόρεια φωνή: Φίλιππα! Ο Κοτρέτσος είχε πραγματικό χιούμορ. Το χιούμορ του ήταν εξαιρετικά σαρκαστικό, όμως δεν ήταν ποτέ χυδαίο. Για τις γυναίκες είχε τις φεμινιστικές ιδέες που είχα κι εγώ (τουλάχιστον, έτσι έδειχνε). Και ήταν φανατικός ροκάς. Μαζί ακούγαμε ροκ από ένα μεγάλο φορητό ραδιόφωνο του Κρίστιαν (το μοναδικό στην ακτίνα) στην αυλή της 4ης ακτίνας, βάζοντάς το στην διαπασών για να καλύψει τους ήχους από τα λαϊκά τραγούδια που ακουγόντουσαν από τα πολλά τρανζιστοράκια της ακτίνας. Ο Κοτρέτσος είχε έρθει στην Αίγινα από την πειθαρχική φυλακή της Κέρκυρας, όπου τον κρατούσαν σαν ιδιαίτερα επικίνδυνο κρατούμενο. Δεν ξέρω τι είχε κάνει, για να τον πάνε εκεί, πάντως δεν είχε κανένα σοβαρό αδίκημα στην πλάτη του και γι’ αυτό αποφυλακίστηκε μετά από λίγους μήνες. Πάντως ήταν σίγουρα επικίνδυνος για την υπηρεσία (τους φύλακες), γιατί μια φορά παραπονέθηκε έντονα στον αρχιφύλακα Ντουά, γιατί ο τελευταίος είχε τραβήξει την κοτσίδα ( μοϊκάνα) του Κρίστιαν, απαιτώντας από αυτόν να την κόψει. Και όταν εκείνο τον καιρό ξεκίνησα μια από τις πολλές απεργίες πείνας μου, ο Κοτρέτσος αποφάσισε να κατέβει μαζί μου στην απεργία με μια σειρά από αιτήματα που αφορούσαν τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης στην φυλακή. Εξαιτίας της απεργίας του αυτής είχε καθίσει 3 μέρες στο πειθαρχείο. Με τον Κοτρέτσο, όπως και με τον Τσουβαλάκη, συμπεριφερόμασταν σαν να είμαστε στην Αίγινα για διακοπές. Εγώ, συγκεκριμένα, φορούσα άσπρο μπλουζάκι μακό και άσπρο παντελόνι, που μαζί με το γυαλιά μου που μαυρίζανε στον ήλιο επειδή ήταν Photo-Gray  με έκαναν να δείχνω σαν τουρίστας σε μια παμπάλαια φυλακή, όπως η Αίγινα, γεμάτη με κρατούμενους που εμφανισιακά και πολιτιστικά μοιάζανε προπολεμικοί.  Με τον Κοτρέτσο, λοιπόν, είχαμε κανονίσει να πάμε μαζί στην Μογγολία, όταν θα βρισκόμαστε και οι δύο έξω από την φυλακή. Ονειρευόμασταν να κάνουμε ιππασία στις απέραντες στέπες της Μογγολίας. Εννοείται ότι το σχέδιο μας δεν πραγματοποιήθηκε, όπως γίνεται συνήθως με τα μεγαλεπήβολα σχέδια των κρατουμένων. Όμως, ο Κοτρέτσος, όταν ήμουνα εγώ πια έξω και αυτός είχε ξαναπέσει στην φυλακή, μάλλον για απαγορευμένες ουσίες, έγραψε ιστορία. Υπήρξε ο “εγκέφαλος” της μεγαλύτερης απόδρασης που έγινε ποτέ από το ψυχιατρείο των φυλακών του Κορυδαλλού. Είχανε καταφέρει να φύγουν έξι άτομα, όμως μετά από σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα ξαναπιαστήκανε, γιατί το κράτος, για λόγους γοήτρου, κινητοποίησε εναντίον τους μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις. Μετά από ένα πρωτοφανές ανθρωποκυνηγητό σε όλη την Ελλάδα, ένας-ένας οι δραπέτες ξαναπιάστηκαν. Τελευταίος πιάστηκε ο Σπύρος ο Κοτρέτσος, μετά κάποιους μήνες. Κρυβόταν στα βουνά της περιοχής που βρισκόταν το χωριό καταγωγής του στην Πελοπόννησο. Για την απόδραση ο Κοτρέτσος καταδικάστηκε, βέβαια, σε πρόσθετη ποινή, την οποία έκτισε μετά το τέλος της ποινής του. Όπως και να ‘χει, ο Κοτρέτσος είχε καταφέρει να ντροπιάσει το κράτος. Και αποτελούσε το κακό παράδειγμα. Από την άλλη μεριά, το κράτος ήταν αρκετά ανασφαλές, ώστε να μην μπορεί να ανεχτεί τέτοια κακά παραδείγματα. Έτσι, όπως απαλλάχτηκε από τον Σάββα Μπαμιατζόγλου, ένα τέρας δυνάμεως με εξεγερτικές τάσεις που έκανε κάθε τόσο άνω κάτω τις αίθουσες των δικαστηρίων, όπου τον δικάζανε απανωτά, όπως απαλλάχτηκε από τον Παναγιώτη Γαγγλία, που είχε καταφέρει να καταδικαστεί αρχιφύλακας και ψυχίατρος των φυλακών, με τα αδιάσειστα στοιχεία που είχε προσκομίσει σε βάρος τους ο Γαγγλίας, όπως απαλλάχτηκε από τόσους άλλους ιδιαίτερα επικίνδυνους για το ηφαίστειο που βράζει και λέγεται φυλακές, έτσι απαλλάχτηκε και από τον Σπύρο Κοτρέτσο. Δηλαδή, κάνοντας χρήση των διασυνδέσεών του με την μαφία, το κράτος έβγαλε τον Κοτρέτσο από την μέση, όπως έβγαλε και τους προηγούμενους: Μια μέρα βρήκαν τον Κοτρέτσο, 28 χρονών τότε, νομίζω, νεκρό στο σπίτι του στον Υμηττό από χρήση απαγορευμένων ουσιών. Κανένας δεν πλήρωσε για τον θάνατό του, όπως και των προηγούμενων που ανέφερα, με τους οποίους με συνέδεε ειλικρινής φιλία. Και έμεινα εγώ να ακούω κατά καιρούς να με φωνάζει: Φίλιππα!

Με τον Κοτρέτσο, όπως και με όλους τους φίλους μου στην φυλακή, είχα την δυνατότητα να μιλάω ελεύθερα μόνο στο προαύλιο, όταν ήταν ανοιχτή η φυλακή. Και αυτό γινόταν γιατί μέσα στον θόρυβο της αυλής ήταν αδύνατο να ακούσουν τι λέγαμε οι άλλοι. Μέσα στους θαλάμους δεν μπορούσαμε να έχουμε τέτοια πολυτέλεια γιατί πάντα υπήρχαν ύποπτα αυτιά γύρω μας. Στο δικό μου θάλαμο στην 4η ακτίνα μέχρι να πάω εγώ βάζανε μόνο ξένους. Εγώ είχα την τύχη να είμαι ο πρώτος Έλληνες που κατέληξε εκεί μετά από δική του επιθυμία και το αποδίδω στο ότι δεν με θέλανε σε θάλαμο Ελλήνων, μήπως τους ξεσηκώσω για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Όμως δεν με άφησαν για πολύ να είμαι ο μόνος Έλληνας σε αυτόν το θάλαμο. Μου φέρανε έναν ψηλόσωμο και γεροδεμένο τύπο που έβαλε το κρεβάτι του κάθετα προς το δικό μου, με αποτέλεσμα να μπορεί να ακούει οτιδήποτε έλεγα. Δεν μιλούσε σε κανέναν από τους ξένους του θαλάμου αυτός ο τύπος. Τον ήξερα από την 2η ακτίνα που τον έβλεπα να μιλάει συχνά με τον Κίμωνα. Τον λέγανε Κωσταγκόγκο και μου άφησε κάκιστες αναμνήσεις εξαιτίας της συμπεριφοράς του προς τον Αποστολόπουλο. Ο Γιώργος ο Αποστολόπουλος ήταν ένας τσιγγάνος κρατούμενος, ο οποίος είχε βασανιστεί απάνθρωπα στις πειθαρχικές φυλακές της Κέρκυρας, όταν κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 λειτούργησαν σαν άντρο βασανιστηρίων. Είχε βασανιστεί τόσο πολύ, ώστε είχε παραφρονήσει. Όταν μετά από κάποια θεραπεία ο Αποστολόπουλος βρήκε τα λογικά του, τον στείλανε στις φυλακές Αίγινας, στον θάλαμό μου, και έβαλε τον κρεβάτι του  κάθετα προς το δικό μου, δίπλα στον Κωσταγκόγκο. Τον πρώτο καιρό πήγαινε μια χαρά και κάναμε κάποια παρέα. Μετά από ένα διάστημα όμως, η κατάστασή του επιδεινώθηκε και άρχισε να χάνει πάλι τον εαυτό του. Σε αυτήν την φάση ο Κωσταγκόγκος άρχισε να του μιλάει άσχημα και ως ένα βαθμό να του πουλάει μαγκιά, κάτι που έκανε τον Αποστολόπουλο ακόμα χειρότερα, μέχρι που τον ξαναπήραν από την Αίγινα και μάλλον τον ξαναστείλανε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων του Κορυδαλλού.

Στον θάλαμό μου αργότερα φέρανε έναν άλλο ψιλοτρελαμένο τύπο. Αυτός, όλο τον καιρό που έμεινε στον θάλαμό μου, δεν μιλούσε με κανέναν και στο προαύλιο έπαιζε μόνος του ρίχνοντας ένα μπαλάκι στον τοίχο. Δεν είχε καθόλου λεφτά ούτε για τσιγάρα και γι’ αυτό ζητούσε από μένα χτυπώντας ελαφρά το πόδι μου και διπλώνοντας τον δείχτη και τον αντίχειρα μπροστά στο στόμα του, όταν με έβρισκε ξαπλωμένο. Σε μια φάση ήρθε να μου δείξει ένα περίπλοκο σχέδιο, με βάση το οποίο θα έκτιζε, υποτίθεται, το σπίτι του, αφού πρώτα με ρώτησε πόσο κοντά είναι το αεροδρόμιο! Ήταν η μόνη φορά που μίλησε με κάποιον στον θάλαμο. Δεν πλενότανε ποτέ και κάποια μέρα ήρθαν οι φύλακες να τον πάρουν για να τον πλύνουν με το ζόρι. Αυτός αρνιόταν πεισματικά και, μετά από παρέμβαση κάποιων κρατουμένων υπέρ του, “γλύτωσε” το πλύσιμο. Πράγματα δεν είχε καθόλου μαζί του. Μια μέρα πήγε στο αρχιφυλακείο να ζητήσει να τον αποφυλακίσουν. Αυτοί του είπαν ότι δεν ήταν ακόμη καιρός και αυτός εκνευρίστηκε πολύ. Έτσι το μεσημέρι που κλείνανε τους θαλάμους ζήτησε να τον αποφυλακίσουν και, όταν αυτοί αρνήθηκαν τους είπε: “Δεν μπορείτε να κάνετε ότι θέλετε με έναν φακό”. Αυτό άρκεσε να τον μαζέψουν και να τον κλείσουν στο πειθαρχείο. Εκείνη την εποχή, αυτή η σκληρότητα των φυλάκων και η κατάφωρη αδικία που κάνανε σε έναν τέτοιο ψιλοτρελαμένο κρατούμενο, μου είχε κάνει πολύ άσχημη εντύπωση. Αργότερα διαπίστωσα ότι η βαρβαρότητα των φυλάκων, όπως και κάθε ένστολου φορέα εξουσίας, εκδηλώνεται συνήθως στους αδύναμους ανθρώπους, τους οποίους, οι ένστολοι τραμπούκοι αρέσκονται να βασανίζουν για να ικανοποιούν τον σαδισμό τους. Μετά την αποφυλάκισή μου κάποια μέρα είδα τον αλησμόνητο αυτόν τύπο κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Δεν τον ξαναείδα από τότε.

Στην πλατεία Συντάγματος κλείναμε μετά την αποφυλάκισή μας εγώ και η Σοφία τα ραντεβού μας με έναν άλλο κρατούμενο που γνώρισα στην 4η ακτίνα της φυλακής της Αίγινας το 1979, τον Στέφανο. Ο Στέφανος υπήρξε ένα από τα καλύτερα παιδιά που έχω γνωρίσει στην ζωή μου και τώρα που έχω πάρα πολλά χρόνια να τον δω, πραγματικά μου λείπει. Ο Στέφανος πρώτα απ’ όλα ήταν εξαιρετικά προσγειωμένος άνθρωπος. Δεύτερον είχε και εξαίρετο χιούμορ. Ήταν μέσα για κλοπές, τις οποίες, όπως όλοι οι σωστοί κλέφτες που γνώρισα, τις θεωρούσε καλύτερη επιλογή από μια κουραστική, μονότονη και κακοπληρωμένη μισθωτή εργασία. Δεν έβλεπε τίποτα ηρωικό στο επάγγελμά του αλλά ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο για να κάνει. Οι κλοπές του είχαν κοστίσει πολύ ξύλο από τους αστυνομικούς και αρκετά χρόνια φυλακή, όμως δεν θεωρούσε έγκλημα αυτό που αυτός έκανε. Αντίθετα θεωρούσε εγκληματική την συμπεριφορά των μπάτσων που κάθε φορά που τον πιάνανε τον βρίζανε χυδαία και τον χτύπαγαν αλύπητα. Σε μένα είχε βρει ένα “ευήκοον ους”, γιατί εγώ, ήδη από τότε, θεωρώ πολύ βαρύτερο αδίκημα τις εξυβρίσεις και τις σωματικές βλάβες που επιβάλλουν κάθε φορά οι αστυνομικοί σε κάποιον συλληφθέντα για μικροαδικήματα, επειδή επιβάλλονται από άτομα φορείς εξουσίας, των οποίων η δουλειά είναι να υπερασπίζονται τους νόμους και όχι να τους καταπατούν ασύστολα. Η Ελλάδα, άλλωστε, έχει καταδικαστεί επανειλημμένα από διεθνή δικαστήρια, γιατί αφήνει ατιμώρητους τους αστυνομικούς που είναι δράστες τέτοιων εγκλημάτων. Παρά τις περιπέτειές του ο Στέφανος αντιμετώπιζε την ζωή του με μια θυμοσοφία γεμάτη αισιοδοξία. Και αυτήν την αισιοδοξία την μετέδιδε και στους φίλους του. Στην φυλακή ο Στέφανος έπαιζε συχνά μπάλα στην αυλή της ακτίνας και φαινόταν ανεπηρέαστος από το θλιβερό περιβάλλον της. Κι όμως μια μέρα οδηγήθηκε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων του Κορυδαλλού. Εκεί  τον δέσανε στην καθήλωση, όπως όλους τους νεοφερμένους και τον πλάκωσαν στα χάπια. Κατάφερε, όμως, να ξεμπλέξει αρκετά γρήγορα και τον ξαναείδα στο Νοσοκομείο Κρατουμένων του Κορυδαλλού. Έξω από την φυλακή ο Στέφανος παντρεύτηκε μια γυναίκα, όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος από αυτόν και θα γεννούσε παιδί, κάτι ασυνήθιστα αξιοπρεπές για το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ο Στέφανος κινούνταν. Κάποια φορά τον είδα στο δρόμο μαζί με το παιδί του που ήταν δυόμιση χρονών. Τελευταία φορά τον είδα στην πλατεία Κάνιγγος και έμαθα ότι πέθανε η μάνα του. Από τότε δεν τον ξαναείδα.

Τον Μιχάλη τον Πρέκα τον γνώρισα σαν φίλο του Κρίστιαν Σλούντερ. Ερχόταν στον θάλαμο, όπου μέναμε εγώ και ο Κρίστιαν, για μια καλημέρα. Τον αγαπούσε τον Κρίστιαν και έλεγε ότι ο «Κρίστιαν είναι το καλύτερο παιδί της ακτίνας». Μαθαίνοντας ότι ήμουνα μέσα για πολιτικούς λόγους, ο Πρέκας άρχισε να μου μιλάει για το μίσος που είχε στους αστυνομικούς που από μικρό παιδί τον κακοποιούσαν κάθε φορά που τον πιάνανε για κάποιο μικροαδίκημα. Για να τους εκδικηθεί έριχνε κόπρανα στα περιπολικά της αστυνομίας, όταν του δινόταν η ευκαιρία. Εγώ, βέβαια, δεν έχανα την ευκαιρία να του μιλάω για το αναρχικό κίνημα που κατά την γνώμη μου ήταν η πιο αξιόπιστη απάντηση στην αστυνομική βία και αυθαιρεσία. Ο Πρέκας δεν έδειχνε τότε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για θεωρητικές συζητήσεις. Ήταν αποκλειστικά άνθρωπος της πράξης. Περνούσε τον καιρό του φτιάχνοντας χαλκογραφίες και κάθε μεσημέρι, στη διάρκεια του καλοκαιριού, έπαιζε μπάλα. Μια χαλκογραφία, που είχε αναλάβει να φτιάξει, ήταν ένας αετός που είχε δει σ’ ένα βιβλίο που είχα του Τζων Ρηντ για την μεξικάνικη επανάσταση και ο συγκρατούμενός μας ο Κορνήλιος ανέλαβε να τον σχεδιάσει σε μεγάλο μέγεθος, για να τον κάνει ο Πρέκας χαλκογραφία. Όταν εγώ αποφυλακίστηκα, στην φυλακή μπήκε ένας άλλος αναρχικός, ο Θόδωρος ο Πισιμίσης, καταδικασμένος σε πολλούς μήνες φυλακή για την πρώτη κατάληψη που έγινε στην Ελλάδα, στην οδό Βαλτετσίου στα Εξάρχεια, στο τέλος του 1981. Με αυτόν γνωρίστηκε ο Πρέκας και έγινε και κουμπάρος του αν δεν κάνω λάθος. Μαζί με τον Πισιμίση, τον Θόδωρο Τσουβαλάκη, τον Κορνήλιο και άλλα δύο καλά παιδιά, τον Εγγονίδη και τον Χασάν, ο Πρέκας, είχε κατέβει, μάλιστα, σε πολυήμερη απεργία πείνας, στις φυλακές της Πάτρας, το 1982. Ο Χασάν ήταν ένας Ιρακινός πρόσφυγας που είχε φύγει από το Ιράκ για να αποφύγει τον πόλεμο που γινόταν τότε μεταξύ Ιράκ και Ιράν, ο οποίος κράτησε 7 χρόνια και είχε σαν συνέπεια εκατομμύρια νεκρούς. Στην Ελλάδα μπλέχτηκε σε έναν καβγά και βρέθηκε χωρίς να το θέλει στην φυλακή. Όπως και ο Εγγονίδης, με είχε κι αυτός γνωρίσει, όσο ήμουνα στην φυλακή. Η γνωριμία μας είχε κρατήσει λίγο. Όσο είχε κρατήσει η μεταγωγή μας από την πειθαρχική φυλακή της Κέρκυρας στον Κορυδαλλό. Σε εκείνη την μεταγωγή, της οποίας είχαν προηγηθεί ξυλοδαρμοί και απεργία πείνας 7 ημερών, ήμουνα με τον Γιάννη τον Σκανδάλη και είχαμε τραβήξει μαζί όλες τις κακοποιήσεις, για τις οποίες, εννοείται, οι φύλακες δεν πλήρωσαν ποτέ. Εξαιτίας της απεργίας πείνας που συνεχίζαμε εγώ και ο Γιάννης, δεν δεχόμασταν να περπατάμε και ζητούσαμε να μας μεταφέρουν σαν ασθενείς. Ο Χασάν συγκεκριμένα, όταν η κλούβα έφτασε στο νοσοκομείο των φυλακών του Κορυδαλλού, με πήρε στα χέρια του και με κουβάλησε μέχρι το καροτσάκι που έφεραν οι νοσοκόμοι του νοσοκομείου. Ο Πρέκας πέντε χρόνια μετά από εκείνη την απεργία βρέθηκε πολιορκημένος σε ένα διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας, όπου είχε καταφύγει με έναν άλλο αναρχικό, τον Χριστόφορο Μαρίνο, όταν  μετά την κλοπή ενός ασυρμάτου από ένα ασφαλίτικο αυτοκίνητο κάποιος τους κάρφωσε στην αστυνομία και η αστυνομία τους κυνήγησε. Σε αυτό το σπίτι κρατούσανε ομήρους. Όμως σε κάποια φάση που είχε βγει στο μπαλκόνι του διαμερίσματος και πυροβολούσε στον αέρα για να κρατήσει σε απόσταση τους αστυνομικούς, κάποιος από αυτούς τον πυροβόλησε και τον σκότωσε.

Μπορεί ο Πρέκας να μην είχε σχέση με την πολιτική, όταν τον γνώρισα, όμως ένας άλλος κρατούμενος της 4ης ακτίνας που είχα την τύχη να γνωρίσω, όχι μόνο είχε σχέση με την πολιτική αλλά ήταν και ο πιο γνωστός κρατούμενος για πολιτικούς λόγους εκείνης της εποχής. Αυτός ήταν ο Γιάννης Σερίφης. Ο Γιάννης είχε μπει στην φυλακή πέντε περίπου μήνες πριν από μένα αλλά δεν τον φέρανε κατευθείαν στην Αίγινα. Εγώ, πάντως, τον βρήκα στην 4η ακτίνα. Άλλωστε είχα ζητήσει να αλλάξω ακτίνα για να μπορώ να είμαι μαζί με τον Γιάννη. Και εννοείται ότι αποζημιώθηκα για την επιλογή μου. Ο Γιάννης ήταν τότε 18 χρόνια μεγαλύτερος μου και είχε ήδη πολλά χρόνια στο ευρύτερο επαναστατικό κίνημα, οπότε τον είδα λίγο-πολύ σαν δάσκαλο. Τον είχαν προφυλακίσει με την κατηγορία ότι συμμετείχε σε μια ανταλλαγή πυροβολισμών με την αστυνομία κατά την διάρκεια μιας απόπειρας για τοποθέτηση βόμβας στο εργοστάσιο που πριν λίγο καιρό δούλευε ο ίδιος. Από τους πυροβολισμούς είχε σκοτωθεί ο αντάρτης πόλης Χρήστος Κασίμης, και η αστυνομία προσπαθούσε να φορτώσει τον φόνο του στον Γιάννη. Περπατώντας στο προαύλιο της ακτίνας, όποτε ήταν ανοιχτή, μιλούσαμε με τις ώρες για την πολιτική κατάσταση της εποχής. Ο Γιάννης ήταν πάντως αισιόδοξος για την έκβαση της υπόθεσής του. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο από τις μεταξύ μας επαφές είναι ότι μια φορά ξεχάστηκα στο θάλαμό του, όταν κλείνανε την φυλακή για μεσημέρι, και με πήρανε χαμπάρι, όταν είχαν ήδη κλείσει τον θάλαμό μου. Γι’ αυτό το γεγονός με πήγανε στο αρχιφυλακείο για επίπληξη και προειδοποίηση. Θυμάμαι, επίσης, μια φορά που έτυχε να βρεθούμε μαζί με τον Γιάννη στην αίθουσα του επισκεπτηρίου, και είχε έρθει να τον δει η γυναίκα του μαζί με την κόρη του που τότε ήταν μωρό και την κρατούσε η μάνα της στην αγκαλιά της. Η στιγμή εκείνη θα μου μείνει αξέχαστη, γιατί το επισκεπτήριο γινόταν πίσω από σήτες και η συνομιλία μεταξύ των κρατουμένων ήταν αρκετά δύσκολη, ενώ η ατμόσφαιρα δεν ταίριαζε καθόλου για βρέφη. Γενικά με παρέα τον Γιάννη η φυλακή μου φαινόταν πιο «ελαφριά» αλλά ο καιρός που μείναμε μαζί ήταν κάτι μήνες μόνο από τα 3 χρόνια και 9 μήνες που έμεινα συνολικά στην φυλακή. Στο διάστημα αυτό, εγώ είχα ξεκινήσει τις απεργίες πείνας, που καλύψανε μεγάλο μέρος του συνολικού χρόνου που έμεινα στην φυλακή. Τότε, τον Νοέμβρη του 1978, έκανα την πρώτη απεργία πείνας, εξαιτίας της οποίας, μετά από 5 μέρες στο πειθαρχείο, με είχαν πάει στο νοσοκομείο κρατουμένων του Κορυδαλλού. Λίγο καιρό μετά την επιστροφή μου από το νοσοκομείο, ο Γιάννης οδηγήθηκε στον Κορυδαλλό για το δικαστήριό του και από κει αποφυλακίστηκε. Την αποφυλάκισή  του οι συμπαραστάτες την γιορτάσανε σαν νίκη της δημοκρατίας. Εγώ, βέβαια, με τόσο μεγάλη ποινή για τόσο ασήμαντο αδίκημα, δεν έβλεπα καμιά δημοκρατία. Ευτυχώς που κατά τους «εορτασμούς» η δικηγόρος Κατερίνα Ιατροπούλου θύμισε στους εορτάζοντες ότι στην φυλακή παραμέναμε ακόμη εγώ και η Σοφία για πολιτικούς λόγους.

Ένας άλλος κρατούμενος για πολιτικούς λόγους που βρέθηκε για «ένα φεγγάρι» στην φυλακή της Αίγινας, ήταν ο Σάκης ο Παπαδόπουλος, αργότερα φωτορεπόρτερ της εφημερίδας «Πρώτη». Αυτός ήταν συγκατηγορούμενος της Σοφίας στην πρώτη πολιτική δίκη, στην οποία είχε δικαστεί η Σοφία. ΗΗ δίκη ήταν για περιύβριση αρχής λόγω ενός πανό που έγραφε «Κάτω το κράτος». Οι κατηγορούμενοι που είχαν καταδικαστεί σε 11 μήνες φυλακή, πριν το εφετείο ήταν έξω, γιατί η έφεσή τους είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα. Στο εφετείο αθωώθηκαν όλοι εκτός από τον Σάκη, ο οποίος δεν παρουσιάστηκε καθόλου. Πιάστηκε ενάμιση περίπου χρόνο αργότερα και οδηγήθηκε στην πρώτη ακτίνα της Αίγινας. Επειδή απαγορευόταν η επικοινωνία μεταξύ των ακτινών, τον είδα μια μόνο φορά και συζητήσαμε «στα πεταχτά». Δεν πρέπει να έκατσε πάνω από ένα μήνα στην φυλακή.

Ελάχιστα έμεινε στην φυλακή της Αίγινας και ένας από τους πιο διάσημους κρατούμενους της εποχής. Αυτός ήταν ο Θόδωρος Βενάρδος, που οι εφημερίδες του είχαν δώσει το παρατσούκλι «ο ληστής με τις γλαδιόλες», γιατί στην δεύτερη ληστεία τράπεζας που πραγματοποίησε είχε κρύψει το όπλο της ληστείας σε μια ανθοδέσμη με γλαδιόλες. Ο Βενάρδος είχε κάνει μια θεαματική απόδραση από τις φυλακές του Κορυδαλλού και είχε μπαρκάρει παράνομα σε ένα καράβι για την Αμερική. Όμως τον ανακαλύψανε και τον στείλανε πίσω στην φυλακή. Στην φυλακή της Αίγινας τον Βενάρδο τον στείλανε το καλοκαίρι του 1979 από το ψυχιατρείο των φυλακών του Κορυδαλλού, όπου είχε καταλήξει, μετά από μεγάλο αγώνα που έκανε για να φύγει, από τις πειθαρχικές φυλακές της Κέρκυρας. Εγώ τον ήξερα από το ψυχιατρείο, όπου με είχανε οδηγήσει κατά την δεύτερη απεργία πείνας μου. Μπορώ να πω ότι η όλη εμφάνισή του έδειχνε να αξίζει την φήμη του. Ήταν ψηλός, στητός, πολύ όμορφος, ντυνόταν πάντα με τα καλύτερα ρούχα, σαν διευθυντής πολυεθνικής εταιρείας, και είχε πάντα μαζί του μια τσάντα τύπου Samsonite με τα έγγραφά του. Όσο έμεινε στην 4η ακτίνα της Αίγινας ο Βενάρδος δεν έκανε παρέα με κανέναν. Τον είχαν βάλει μάλιστα σε έναν θάλαμο με γέρους, παιδεραστές και, γενικά, επαρχιώτες που ήταν μέσα για φόνους για ασήμαντες αφορμές. Ο Βενάρδος αισθανόταν τόσο ασφυκτικά στην Αίγινα, ώστε μετά από λίγες μέρες παραμονής στη φυλακή αυτή αποφάσισε να φύγει. Για να το πετύχει αποφάσισε να κάνει απεργία ράβοντας το στόμα του και μου ζήτησε να του βρω σύρμα. Εγώ το είπα στον Κρίστιαν, που σαν «καθαριστής» κυκλοφορούσε ανάμεσα στις ακτίνες, αλλά δεν αυτός δεν κατάφερε τίποτα. Τελικά ο Βενάρδος έφυγε καταπίνοντας μια μεγάλη πρόκα, απ’ ό, τι έμαθα. Το ξαναείδα μετά από καιρό στο νοσοκομείο κρατουμένων, όπου κάποια μέρα «στασίασε» και κάρφωσε την πόρτα του θαλάμου που τον είχαν. Όταν είχα πια βγει από την φυλακή, ο Βενάρδος έκανε κάποιες απόπειρες αυτοκτονίας. Σε μία από αυτές δεν τον προλάβανε και βρέθηκε κρεμασμένος. Στην κηδεία του που συγκέντρωσε πολύ κόσμο κατατέθηκε και ένα στεφάνι με υπογραφή «Τα αήττητα παιδιά της 17 Νοέμβρη».

*Ο Φίλιππας Κυρίτσης, είναι από τους πρώτους αναρχικούς της μεταπολίτευσης ο οποίος πέρασε από τις ελληνικές φυλακές μαζί με τη γυναίκα του Σοφία Αργυρίου, από το 1978 και για περίπου τέσσερα χρόνια. Δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε 9 και 5 χρόνια φυλακή αντιστοίχως με τον νόμο 495/76 αρ. 13 «περί όπλων και εκρηκτικών», χωρίς δικαίωμα για Εφετείο, επειδή κάποιος γνωστός τους, τους κατηγόρησε ότι ήταν δικές τους 8 βόμβες Μολότοφ που βρέθηκαν στο υπόγειο του σπιτιού του. Στην διάρκεια της φυλάκισης τους κακοποιήθηκαν βάναυσα από τους φύλακες ενώ το μόνο μέσο αντίστασης που χρησιμοποίησαν ήταν η απεργία πείνας. Ο Φίλιππας υποχρεώθηκε να κάνει απεργίες πείνας συνολικά 380 ημερών και η Σοφία 150 ημερών. Οι φύλακες που τους κακοποίησαν είτε δεν δικάστηκαν καθόλου, γιατί η μήνυσή εναντίον τους πετάχτηκε από τον εισαγγελέα στα σκουπίδια (μήνυση της Σοφίας), είτε αθωώθηκαν ομόφωνα στο δικαστήριο (δίκη των βασανιστών του Φίλιππα 1983). Το 1990, ο πρώτος από τους μηνυόμενους στην μήνυση της Σοφίας, η οποία πετάχτηκε από τους δικαστές στα σκουπίδια, ψυχίατρος των φυλακών Κορυδαλλού Μάριος Μαράτος, εκτελέστηκε από την επαναστατική οργάνωση «Επαναστατική Αλληλεγγύη». Αργότερα ο Φίλιππας αρνήθηκε σαν αναρχικός να υπηρετήσει στον ελληνικό στρατό, αρχικά επιδιώκοντας απαλλαγή για λόγους ψυχικής υγείας και κατόπιν διεκδικώντας την νόμιμη απαλλαγή που του εξασφάλιζε ο νόμος επειδή στο παρελθόν είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη. Το Συμβούλιο Επικρατείας στο οποίο προσέφυγε, μετά από 7 χρόνια αναβολών ικανοποίησε το υπουργείο Εθνικής Άμυνας αρνούμενο να εφαρμόσει τον νόμο υπέρ του προσφεύγοντος πολίτη. Στην συνέχεια ο Φίλιππας συνεργάστηκε με τον Σύνδεσμο Αντιρρησιών Συνείδησης, τον οποίο και εκπροσώπησε στην Γερμανία και στην Νορβηγία, δηλώνοντας ολικός αρνητής στράτευσης. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών,μεταφράσεις κλπ. που σχετίζονται με τους αγώνες και τα προβλήματα των καταπιεσμένων, όπως οι κρατούμενοι, οι έγκλειστοι των ψυχιατρείων, οι λαθρομετανάστες, οι πρόσφυγες κ.ο.κ. Αρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον αντιεξουσιαστικό και ανεξάρτητο,αριστερό τύπο. Μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί του <fkekyr@gmail.com> ή να διαβάσει τη θαυμάσια και με πολλή δουλειά ιστοσελίδα του: http://www.sitemaker.gr/fakyris/page_GREEK_1.htm

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s