Η φυσιογνωμία της Αίγινας

Αυτό που διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη το ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό σώμα της Αίγινας είναι ο Τουρισμός. Ήδη από το 1947, χρονολογία έκδοσης του πρώτου τοπικού εντύπου με την ονομασία «Κήρυξ της Αιγίνης», κείμενα μεταξύ άλλων σε μεταπολεμική περίοδο «εθνικής ανασυγκρότησης» από πλευράς αστικής τάξης και διανόησής της, αναφέρονται στον τουρισμό. Χαρακτηριστικά, ένα από αυτά αναφέρεται για «…τον ευκολώτερον και βεβαιώτερον τρόπον αυξήσεως του εισοδήματος. Δηλαδή την εκμετάλλευσιν του «φρέσκου» αέρα, η οποία σοβαροφανώς καλείται Τουρισμός. Δι’ αυτήν θα βοηθήση ασφαλώς δια γενικότερους λόγους αυξήσεως του διεθνούς εν Ελλάδι τουρισμού και το κράτος, λόγω των περίφημων Αιγινήτικων αρχαιοτήτων…». Αέρας κοπανιστός, δηλαδή. Δεν ήταν όμως αυτή η εποχή που θα επέτρεπε έναν συνολικό σχεδιασμό παρόλο που ένας υποτυπώδης από τη δεκαετία του ‘30 με τη δημιουργία γραφείων τουρισμού σε πόλεις τις Ελλάδας, υπήρξε. Η Ελλάδα έβγαινε από τον πιο καταστροφικό πόλεμο στην Ιστορία, με χιλιάδες αστέγους, ορφανά, ανάπηρους, με κατεστραμμένες υποδομές, με υποτυπώδη παραγωγή, και έμπαινε σε ένα εμφύλιο πόλεμο. Το ελληνικό κράτος είχε προδιαγράψει την πορεία του σχετικά με την κατεύθυνσή του στον οικονομικό και πολιτικό τομέα εγκαινιάζοντας τον ψυχρό πόλεμο με τις αμερικανικές βόμβες ναπάλμ στο Γράμμο & Βίτσι. Έτσι κι αλλιώς, αν εξαιρέσουμε την περίοδο της αστικής κυβέρνησης Παπαναστασίου κι αργότερα μεταπολεμικά αυτής του Γεωργίου Παπανδρέου, η ελληνική Ιστορία και μέχρι τον πόλεμο αλλά και αργότερα μέχρι τη χούντα είναι ένα πεδίο μικρών και μεγάλων εμφυλίων, εναλλαγής κυβερνήσεων και δικτατοριών, πολεμικής ατμόσφαιρας και ανακατάταξης συνόρων, μετανάστευσης στην Αμερική-μετά από μια μεγάλη οικονομική κρίση στην πρωτογενή παραγωγή, υποδοχής προσφύγων και ειδικά μετά το 1923 όταν πάνω από 1.000.000, νέοι υπήκοοι, έλληνες από την Τουρκία, βρέθηκαν ανέστιοι και πένητες σε μια χώρα που ήδη το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της ήταν στο όριο της επιβίωσης. Ο «Τουρισμός» ήταν υπόθεση ενός μίγματος διανοουμένων και μέρους της αστικής τάξης, το οποίο συνδύαζε την ανάδειξη του αρχαίου κλέους ως απόδειξη εθνικής καταγωγής, με την μόρφωση, η οποία αποτελούσε αξία επέκτασής της. Ένας περιηγητικός-αρχαιολογικός «τουρισμός» δηλαδή ως δυνατότητα της κυρίαρχης τάξης στην ιδεολογική της αναμέτρηση με την Ιστορία και με τα «καλά» της επαρχίας. Καλοπέραση-φρέσκος αήρ και δουλειά για το έθνος (πλην εξαιρέσεων, βέβαια).

Η γενεαλογία του τουρισμού χωρίς να το γνωρίζει

Η Ελλάδα, όπως το μαρτυρούν οι άπειρες γκραβούρες, οι άφθονες περιηγητικές αναφορές από τα «ταξίδια» διανοουμένων, αρχαιολατρών, τυχοδιωκτών, ιεραποστόλων και πάσης φύσεως αποστολών, ήδη από τον 15ο-16ο αιώνα της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης μέχρι και τον 19ο αιώνα, ήταν στο επίκεντρο της αναζήτησης ταυτότητας από πλευράς των εθνικών αστικών τάξεων στην Ευρώπη που ήταν υπό διαμόρφωση. Ο κλασικισμός, το κυρίαρχο ρεύμα που διαπερνούσε την Πολιτική, την Τέχνη, τη Φιλοσοφία και τις Επιστήμες, έβρισκε στις όποιες προσλαμβάνουσες, την αρχαία Ελλάδα σαν το λίκνο και την αφετηρία του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Το ταξίδι στην Ελλάδα και η γνωριμία με τις αρχαιότητές της ήταν η βασική προϋπόθεση τμήματος της αστικής τάξης δίπλα σ’ αυτού της οικονομικής τάσης για να μπορεί να τεκμηριώσει τις προβολές της και για να μπει στα πρώιμα θινκ τανκ των κρατικών σχηματισμών. Ο ρομαντισμός, κυρίαρχο ρεύμα,αργότερα, για τη συγκρότηση εθνικών κρατών (αν εξαιρέσουμε την μακρινή και πρώιμη Αγγλία η οποία στήριξε τον κρατικό της προορισμό κυρίως μέσω της αποικιοκρατίας) στηρίχτηκε στην αρχαία κλασική λογοτεχνία, φιλοσοφία και ιστορία, φορμαλιστικά και από άποψη έμπνευσης περιεχομένου. Έτσι, ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον αναπτύχθηκε έχοντας ως όχημα το ταξίδι και την επιτόπια έρευνα. Από κει και οι πρώτες αρχαιολογικές αποστολές οι οποίες λεηλάτησαν με τη βοήθεια των τοπικών αρχών τις ελληνικές αρχαιότητες μέχρι να καθιερωθούν ως οι αποκλειστικοί παράγοντες αργότερα για την ανάδειξή τους στην Ελλάδα. Σε όλα τα αρχαιολογικά ευρωπαϊκά μουσεία, η ύπαρξη ελληνικών αρχαιοτήτων υποδηλώνει όλη αυτήν την τάση και τη δίψα για ταυτοποίηση από τη μια αλλά και μια σοβαρή τάση κατάκτησης και νέας «διαχείρισης» της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Οι αρχαιότητες για την αστική τάξη μέχρι και το 1950-60, εποχή διεύρυνσης του δικαιώματος στη σχόλη (θερινές άδειες) της εργατοϋπαλληλικής τάξης της ανεπτυγμένης Ευρώπης, ήταν ο βασικός πυλώνας ενδιαφερόντων για το ταξίδι «αλλού». Από κει και το ρεύμα του φιλελληνισμού που ήταν και το εδάφιο για να δημιουργηθεί ένας δίαυλος που συνδύαζε το αυθεντικό ενδιαφέρον, την πολιτικής εξάρτηση και οικονομική διείσδυση μέσω δανείων, με πρώτο αυτό που αφορούσε το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1930. Την «ανεξαρτησία» του ελληνικού κράτους.

Το νέο τουριστικό υποκείμενο και η αναζήτηση της χαμένης ελληνικότητας: μια συνάντηση που δεν έγινε

Έτσι, πριν το «Κορίτσια στον ήλιο» και την αέναη εισροή ξανθού και λευκού πληθυσμού από την Ευρώπη το θέρος, έχουμε τις αρχαιότητες ως προορισμό δίπλα στο αντιπροσωπευτικό μεσογειακό κλίμα και το ενδιαφέρον για την καθυστερημένη Ελλάδα και τους Έλληνες, τα περίεργα αυτά ζώα που συνεχίζουν να έχουν ένα τρόπο ζωής διαφορετικό, παρόλη την «μεγαλειώδη Ιστορία τους». Οι προαναφερόμενες δεκαετίες 1950-60 θα είναι καθοριστικές στην αλλαγή του περιεχομένου του ταξιδιωτικού προορισμού αλλά και στην αλλαγή του υποκειμένου του. Το υποκείμενο διευρύνεται σε ένα ιστορικό πλαίσιο αλλαγών που αργότερα καταφθάνει και στην Ελλάδα, ενώ για την Ελλάδα το’ 60 είναι η περίοδος που σημαντικό τμήμα της διανόησης (Σεφέρης, Ελύτης, Χατζιδάκης, Θεοδωράκης, Πικιώνης, Κωνσταντινίδης, Εγγονόπουλος, Τσαρούχης, Θεοτοκάς, Παπανούτσος, Μόραλης, Καπράλος, κλπ) αναζητά χωρίς δικαίωση, μια άλλη ελληνικότητα μακριά και πέρα από τις αφηγήσεις των ελλήνων «ρομαντικών». Γι’ αυτό και δεν μπορούν να συνδεθούν τα δυο ρεύματα. Το μεν πρώτο, εκ δυσμάς, επαρμένο και από οικολογικές ευαισθησίες, αλλοδαπό και πολιτισμικά κυρίαρχο, κυρίως νεολαιίστικο αναζητά την επαφή με τη φύση και τον έρωτα πλημμυρίζοντας τα ελληνικά νησιά με την παρουσία του, αργότερα το 1970 έως το 80, ενώ το δεύτερο της «χαμένης ελληνικότητας» έχει ήδη χάσει σε μια πάμφτωχη Ελλάδα, με χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους, με μια βιομηχανία που έχει απλωθεί με κίνητρα (π.χ. το φάγωμα των αποθεματικών των Ταμείων Ασφάλισης) καταστρέφοντας λίγο-λίγο το ελληνικό τοπίο, με μια νέα μετανάστευση προς όλες τις καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες της Υφηλίου και με τις αναφαινόμενες τάσεις αστυφιλίας που δημιουργούν την  Αθήνα-τερατούπολη. Χιλιάδες ταινίες που παρουσιάζουν τις ξεχωριστές τοπικότητες της Ελλάδας εκείνη την περίοδο παράγονται ενώ ξεκινούν και οι πρώτες συγκροτημένες καταγραφές εθίμων, δημοτικών τραγουδιών  κλπ., μια πρώιμη λαογραφία που αργότερα θα μπορούσε να στηθεί τόσο για την εξυπηρέτηση του εθνικού κορμού όσο και για την μετέπειτα μεταμοντέρνα πώληση «εδωδίμων και αποικιακών» προϊόντων. Ο τουρίστας με το σακίδιο που βουτάει τα γένια του στο καρπούζι, περιπατητής, με το αντίσκηνο για το βράδυ, που τη «βγάζει με ντομάτα και τυρί» είναι εκείνη την εποχή το στερεότυπο του διευρυμένου τουριστικού υποκειμένου που δημιουργεί πρότυπα. Αργότερα στην πιο καταναλωτική του εκδοχή που παρουσιάζουν οι ελληνικές τουριστικές ταινίες του 1960-70, συμπορεύεται με τον ακριβό τουρισμό του jet-set για άραβες μεγιστάνες, κροίσους και αστέρια του κινηματογραφικού θεάματος σε πολύ συγκεκριμένους και περιγεγραμμένους τόπους (πχ. Ύδρα, Μύκονος κλπ.). Τότε γεννιέται και ο τύπος του γκρικ λάβερ και της μάνας του που πουλάει στις ταβέρνες παστίτσιο και μουσακά. Αυτή είναι και η εποχή που πλέον πιο σοβαρά και ύστερα από την διεύρυνση μετοίκισης πολλών δυτικών και βορείων στην ελληνική περιφέρεια (σοβαρό δείγμα της αύξησης του ενδιαφέροντος), ξεκινάει ο τουρισμός ως μια κεντρική επιλογή του κράτους (χαρακτηριστικό της εποχής είναι η δημιουργία περισσότερων γραφείων, τουριστικής αστυνομίας και το χτίσιμο των ΞΕΝΙΑ) αλλά και αποκλειστική οικονομική επιλογή του μεγάλου παράλιου και νησιωτικού τμήματος της χώρας. Η ανάπτυξη του κοινωνικού τουρισμού στην Ευρώπη και πολύ αργότερα το 1990-2000 ως καρικατούρα στην Ελλάδα ανοίγει πλέον και τη δυνατότητα ίδρυσης γραφείων με τα πακέτα τουρισμού μέχρι και τα περίφημα διακοπο-δάνεια. Η θέσμιση και των θερινών αδειών για μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης μετά το ‘70, δίνει και τη δυνατότητα του ανοίγματος ενός νέου πεδίου οικονομικής ανάπτυξης που περιλαμβάνει την οικοδομική ανάπτυξη της τουριστικής υποδομής (ξενοδοχεία, ρουμς του λετ, διασκέδαση-επισιτισμός, εμπόριο κλπ) και του μόνιμου παραθερισμού, δηλαδή την επέκταση της δόμησης με μόνιμες εξοχικές κατοικίες. Αυτό όμως που πλέον αρχίζει και διαφαίνεται είναι η αλλαγή προτύπων με το καταναλωτικό να ξεπερνά το, ας πούμε «μορφωτικό» και «περιηγητικό». Δημιουργούνται όλο και πιο μόνιμες εστίες κατανάλωσης της φύσης με υποκατάστατα όλο και πιο βασισμένα στο αστικό τοπίο. Από τη χούντα η οποία στήριξε σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό την οικονομία της στην οικοδομική επέκταση και μέχρι σήμερα με την κρίση, παγιώνεται σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό ο τουρισμός ως η βιομηχανία των ατομικών τέρψεων. Από κει και μετά καθιερώνεται το «όλα για τον τουρίστα» μέχρι το «χαμογελάτε» της πάλαι ποτέ γιγαντοαφίσας-διαφήμισης του ΕΟΤ και της οριστικής ενσωμάτωσης των Υπουργείων Τουρισμού και Πολιτισμού λίγο πριν την περίοδο της έναρξης της οικονομικής κρίσης. Έτσι καθιερώνεται το πρότυπο του πρωτοκοσμικού αστού τουρίστα που επιθυμεί ένα επίπεδο αστικής κατανάλωσης σε ένα μη αστικό τοπίο που ολοένα και διαμορφώνεται πολύ γρήγορα αφού «η αγορά τρέχει», σαν τέτοιο για λογαριασμό του. Έτσι αποκτά από κείνη την περίοδο ραγδαία ένα πολύ σημαντικό τμήμα της Ελλάδας τουριστική συνείδηση, όταν η τοπική οικονομία της συνδέεται απόλυτα με τον τουρισμό και ο τουρισμός αποτελεί τον προνομιακό χώρο και χρόνο της καθημερινής προσδοκίας του μισθωτού και του επαγγελματία.

Συμπερασματικά:

Η εγκατάλειψη της πρωτογενούς παραγωγής που χαρακτήριζε μέχρι τότε τις κοινωνίες αυτές, τις μετέπειτα τουριστικές ζώνες, ήταν το μεγάλο βήμα για την οικονομική τους ανάπτυξη δίπλα στην υιοθέτηση προτύπων αστικής ζωής. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός περνούσε μέσα από την καπιταλιστική ανάπτυξη, γεγονός που σήμαινε: υποβάθμιση του πρωτογενούς παραγωγικού τομέα και ανάπτυξη της τριτογενούς τουριστικής υπηρεσίας-οικοδομής (με την ανάπτυξη των συμπαρομαρτούντων ρίαλ εστέιτ-τουριστικών γραφείων-οικοδομικών επιχειρήσεων) , την ανάπτυξη μιας τουριστικής πολιτικής (που στο σύνολο των θεσμών της θα επέκτεινε αυτήν την τάση καταπατώντας κάθε κανονιστική διάταξη που ενέτασσε την πρωτογενή παραγωγή, τον περιορισμό της δόμησης και του σχεδίου πόλης, την ανάδειξη της ιδιαίτερης εθνικής φυσιογνωμίας μέσω της αρχιτεκτονικής, της Ιστορικής, περιβαλλοντικής φυσιογνωμίας και σ’ αυτό κινήθηκαν οι βασικοί παράγοντες της Πολεοδομίας και της Χωροταξίας) και τη διεύρυνση της επιβολής ενός καταναλωτικού μοντέλου μέσω τηςεμπορευματοποίησης των ελεύθερου χρόνου και της δημιουργίας ενός νέου οικονομικού κύκλου γύρω από αυτόν.

Η τουριστική ανάπτυξη στην Αίγινα

Το αίτημα

Στην Αίγινα, ήδη από τη δεκαετία του 60 ξεκινούν οι πρώτες αναφορές για την απομάκρυνση των Φυλακών και του τόπου εκτελέσεων των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος. Στα πλοία της γραμμής στην κυριολεξία συνωστίζονται χωροφύλακες, μεταγωγικά οχήματα, κρατούμενοι μαζί με τουρίστες που έρχονται να απολαύσουν το φως της Αίγινας. Αυτή η τάση είναι που συμμαχεί και με τον αβάσταχτο πόνο του καθημερινού φτωχού ανθρώπου του νησιού που βλέπει τα αποσπάσματα να περιφέρονται στα καφενεία όταν την επόμενη έχουν να πραγματοποιήσουν δολοφονίες πολιτικών κρατουμένων. Η παραλία γεμίζει από τους επισκέπτες-συγγενείς και φίλους των πολιτικών κρατουμένων που μεταφέρουν τη μαυρίλα τους δίπλα στους τουρίστες και ντόπιους που επιθυμούν να αναπαραστήσουν τη Βουγιουκλάκη και τον Μπάρκουλη από την ταινία «Διακοπές στην Αίγινα». Ήδη, η Αγία Μαρίνα από τότε ξεκινάει να έχει μια αίγλη. Χιλιάδες συνωστίζονται στις καθιερωμένες πλέον αργίες, στα εκδοτήρια εισιτηρίων στον Πειραιά, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια θέση για το μαγικό προορισμό αφού ήδη «σε έναν πρόχειρο υπολογισμό με τον μακαρίτη Στρατηγό Π. Πετρίτη προπολεμικώς, επί 100 εισιτηρίων που εκόπτοντο εις την γραμμήν Σαρωνικού, τα 52 ήσαν μόνον δια την Αίγινα», όπως διατείνεται σε άρθρο του ο «Κήρυξ της Αιγίνης» το 1947Η Αγία Μαρίνα, μακριά από τις φυλακές και με την πιο μεγάλη αμμουδιά, ομαλή, ήταν ο ιδανικός και ο πλέον κοντινός τόπος για να ξεκινήσει το τουριστικό όνειρο κι απολαβές του, μ’ αυτή τη μορφή και περιεχόμενο, στην Αίγινα. Για τουρίστες και ντόπιους. Η Σαλαμίνα ήταν ήδη ο «Γάγγης» των φτωχών συνοικιών της Αττικής, ήταν μια προέκταση της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης Περάματος και των εγκαταστάσεων του Πολεμικού Ναυτικού κι από παλιά ήταν ένας προορισμός που πολύ άμεσα έγινε μόνιμος και λόγω μιας αστραπιαίας μετακίνηση προς το νησί μέσω ενός σύντομου πορθμείου, κρατώντας για τον εαυτό της και τον όρο «Σαλαμινοποίηση» ως περιγραφή της δραστηριότητας που ενοποιεί οικιστικά τα μέρη της περιφέρειας.

Η διαμόρφωση του νέου και ενιαίου τουριστικού υποκειμένου: ο παραθεριστής και ο καταναλωτής ψευδαισθήσεων

Μαζί με τους ντόπιους, λίγοι εξ Αττικής αγοράζουν ήδη από τη μεταπολεμική περίοδο μεγάλες εκτάσεις στην Αίγινα είτε ξεπλένοντας το χρήμα τους είτε επενδύοντας με προοπτική. Κόβουν την αγροτική γη σε μικρότερα οικόπεδα και τις κατάλληλες στιγμές άνθισης της οικοδομικής δραστηριότητας, τη μοσχοπουλούν. Είτε ντόπιοι που αγοράζουν, είτε κυρίως ξενοκαρφίτες, συνιστούν το πρώιμο ρίαλ εστέιτ της Αίγινας, από το ‘70 δίπλαστην άνθιση της τουριστικής βιομηχανίας και στην ανάπτυξη των νταμαριών. Είναι μια περίοδος που η Αίγινα συγκρούεται για τους ίδιους λόγους: για την τροπή που θα έχει ο τουρισμός. Από τη μια τα νταμάρια του Τόγια κλπ. που αποκεντρωμένα και δίπλα στους επίσημους προορισμούς ήδη από τη δεκαετία του 70 (Άγιος Νεκτάριος, βυζαντινά εκκλησάκια της Παλια-Χώρας, Αφαία) κι από την άλλη φορείς που επιδιώκουν για λόγους τουριστικούς αλλά και ιδεολογικούς να τα προστατέψουν. Δημοσιεύματα της εποχής το καταμαρτυρούν: «…Σε δυο μεγάλους οικονομικούς συντελεστές στηρίζεται κυρίως η οικονομία της Αίγινας α)στο μοναστήρι Αγίου Νεκταρίου και β)στο Δωρικού ρυθμού Ναό της Αφαίας…» γράφει σε δημοσίευμα του 1977, συντάκτης της εφημερίδας «Βήμα της Αίγινας» για να τονίσει το αδιέξοδο της παράνομης λειτουργίας των νταμαριών που ήδη έχουν απαγορευτεί με προεδρικό διάταγμα από το ‘75Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Μάλλον όχι. Τα στίφη επισκεπτών του Αγίου Νεκταρίου που επισκέπτονται τον Άγιο για το θαύμα του, όπως και οι αρκετοί επισκέπτες της Αφαίας, ξένοι κυρίως για να θαυμάσουν το ναό, έχουν μια ευκαιριακή σχέση με τον τόπο. Είναι θρησκευτικός και αρχαιολατρικός τουρισμός του «ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε». Αφού τακτοποιούν μαζικά, μέσα τους, την ατομική υπόθεση θαύματος ή του θαυμασμού, αποχωρούν για ψαράκι, χταποδάκι, φιστικάκι, ή για το, απ’ το σπίτι, «μαντιλάκι με τις ελιές και το ψωμάκι». Δεν θα παραμείνουν σ’ αυτές τις περιοχές να ζήσουν, έστω για κάποιες μέρες. Από την άλλη, παραθεριστικά και τουριστικά λόγω αλλαγής της φυσιογνωμίας του υποκειμένου του τουρίστα-παραθεριστή, αναπτύσσονται οι άλλες περιοχές της Αίγινας που όχι μόνο δεν υποφέρουν για το ό,τι έγκλημα συμβαίνει στα ιστορικά μνημεία της Αίγινας από τα νταμάρια, αφού απολαμβάνουν μπανάκι, φαγάκι, κρασάκι, ποτάκι, καμάκι και ντάνσιγκ αλλά επωφελούνται από αυτό, αφού τα οικοδομικά υλικά είναι και πιο φτηνά. Οι λίγοι πνευματικοί άνθρωποι-φίλοι του νησιού είναι απλά φίλοι του νησιού και δεν μπαίνουν σε καμιά διαδικασία σύγκρουσης με συμφέροντα της τουριστικής-οικοδομικής δραστηριότητας προτρέποντας πάντα διακριτικά «για την προστασία της αιγινήτικης αρχαίας κληρονομιάς και της φύσης» κι απολαμβάνοντας ως τμήμα της αστικής διανόησης τις αειφόρες διακοπές τους λύνοντας τα προβλήματα σε στενούς κύκλους και σε εκδόσεις ενδιαφέροντος που, λίγο έχουν να κάνουν με την πραγματικότητα και τον κοινωνικό μετασχηματισμό της εποχής. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο γίνονται «εχθροί του λαού» στην περίσταση της κατάργησης των 12 οικισμών της Αίγινας, το 1977, απόφαση που πάρθηκε πίσω, στα γρήγορα, από τη Νομαρχία Πειραιά. Ο Δημοτικός Σύμβουλος Αλεξίου και παλιός σημαντικός παράγοντας της Αριστεράς, διατυπώνει γραπτά στην πρότασή του για διαμαρτυρία του λαού της Αίγινας, όπως καταγράφεται από το «Βήμα της Αίγινας» το 1977: «…και ο λαός της Αιγίνης να συγκεντρωθή διαμαρτυρόμενος εναντίον της αποφάσεως και αυτών οι οποίοι παρεκίνησαν τους αρμοδίους αποκτώντας εις την Αίγινα κυριαρχικά δικαιώματα αγοράζοντας ένα κομμάτι γη και θέλουν να μας επιβάλλουν τας καλλιτεχνικάς των αντιλήψεις. Όχι κύριοι είστε φιλοξενούμενοι στο τόπο μας και δεν θα επιτρέψουμε να τον κάνετε ησυχαστήριό σας». Το ίδιο που συμβαίνει και σήμερα με τους πλουσίους μετοίκους καλλιτέχνες της Αίγινας. Δεν πολυμπερδεύονται στα πολιτικά. Απολαμβάνουν τα λεφτά τους και την ησυχία τους, στους μικρούς κλειστούς κύκλους τους, αναπαράγοντας τους εαυτούς τους σε καλλιτεχνικά γεγονότα ή σε συνάξεις τους στις βίλες ή αλλιώς «οικίες». Άντε το πολύ-πολύ να θίξουν ό,τι θίγει τις «οικίες» τους.

Η πρωτογενής παραγωγή και το φιστίκι ως διακριτό χαρακτηριστικό και σύμβολο

Έτσι η ραγδαία μετατροπή της αγροτικής γης σε τουριστική-οικιστική-εμπορική που ήδη εντοπίζεται από τη χωροταξική μελέτη του 1975 υπό το Υπουργείο Συντονισμού που παρέχει πλήθος στοιχείων συνολικά για τις κοινωνικές, οικονομικές, αισθητικές, τάσεις στην Αίγινα, ξεκινάει να εστιάζει σε ένα δείγμα αγροτικής παραγωγής που είναι και μοναδικό. Το φιστίκι. Ένα είδος πολυτελείας κι όχι καθημερινής ανάγκης, με μια καλλιέργεια που υπόσχεται καλό εισόδημα και εξασφαλίζει τη μοναδικότητα της Αίγινας στην τουριστική της προβολή. Παρόλο που επίσημα αναγνωρίζεται ως ΠΟΠ από την Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ αργότερα το 1996, είναι το ξεχωριστό προϊόν που από τότε μεταφέρεται εύκολα μαζί με την θερινή ανάμνηση και την προσδοκία για τα «επόμενα» καλοκαίρια. Είναι η κινητή διαφήμιση παντού αφού στα γήπεδα, στα μπαρ, στο σαλονάκι με το ουίσκι, κανείς δεν αναφέρεται σε «κελυφωτά φιστίκια» αλλά σε «φιστίκια Αιγίνης» ως διάκριση από τα «αράπικα» και μετά τα «πίνατς» ακόμα κι αν τα κελυφωτά, αργότερα εισάγονται πολύ φτηνά από τη Μέση Ανατολή, τόπο άλλωστε προέλευσης της αιγινήτικης φιστικιάς. Είναι το διακριτικό της Αίγινας, το διακριτό της σύμβολο αφού οι σημασίες του αρχαιολογικού τουρισμού έχουν ήδη υποχωρήσει ενώ ο θρησκευτικός αρκείται με τα θαύματα του «Αγίου». Αυτό που εν τέλει και στις μέρες μας παγιώθηκε με τις διοργανώσεις των ΦΙΣΤ-ΦΕΣΤ από τον εκλεπτυσμένο αισθητικά, εστέτ, πρώην δήμαρχο Παναγιώτη Κουκούλη που προσδιόρισε την Αίγινα με μαυραγορίτικη αντίληψη, ως το έδαφος για το οποίο «η κρίση είναι ευκαιρία». Έτσι χάθηκαν τα περίφημα βερίκοκα, τα περίφημα αμύγδαλα, τα περίφημα σύκα και το λάδι της Αίγινας, έτσι χάθηκε ο περίφημος μούστος κι ένας κύκλος εργασιών συγκράτησης του νερού. Έτσι χάθηκε κάθε δυνατότητα παραγωγικής δραστηριότητας στην Αίγινα και πιθανές βιοτεχνικές εφαρμογές που θα εξασφάλιζαν την αξιοπρέπεια και επιβίωση του πληθυσμού. Και από μια καλλιέργεια που λόγω της βιολογικής ζωής της φιστικιάς που παράγει ρητίνη, δεν μπορεί να υπάρχει συγκαλλιέργεια, ενώ χρειάζεται πολύ νερό και ιδιαίτερη φροντίδα από λιπάσματα και χημικά φάρμακα.

Η νέα τοπική ιδεολογία

Από την άλλη η καθημερινή ζωή με τον τουρισμό δεν εκσυγχρονίστηκε ομαλά, αλλά υιοθετήθηκαν βαθμιαία, λόγω τουριστικής επιβολής και των οικονομικών ανταλλαγμάτων της, πρότυπα καταναλωτικής διασκέδασης «απελευθερωτικά» που δεν συμμερίζονται το πλούσιο αρχαιο-χριστιανικό της παρελθόν, ενώ ταυτόχρονα επιβιώνει το συντηρητικό πρότυπο ενός νησιού με δεκάδες αγίους και οσίους σε ένα τοπίο, που, όπου και να ατενίσεις θα δεις και μια εκκλησία. Καρκατσουλιό και ορθοδοξία μαζί. Το καλοκαίρι ντίσκο και το χειμώνα εκκλησία. Είναι ο απαραίτητος συνδυασμός που αργότερα στην εποχή μας μετά το 1990 και το «τέλος των ιδεολογιών» και αναζήτησης νέων ταυτοτήτων θα καταλάβει την κυρίαρχη ιδεολογία του νησιού. Ως ιβέντ και εμπόρευμα. Ως ιδεολογία και χρήμα. Αρκεί να τραγουδούν οι ταμειακές μηχανές. Άγιος Νεκτάριος και Αμπράμοβιτς. Ιερά Πανήγυρις της Αγίας-Μαρίνας και κλάμπινγκ. Ανατολικές πουτάνες και λιτανείες. Σφηνάκι και θεία μετάληψη. Η Μύκονος του Σαρωνικού.

Η Αίγινα, ένα νησί που έγινε για 2 περίπου χρόνια, η πρώτη έδρα του ελληνικού κράτους μετά την άφιξη του Καποδίστρια και σε μια εποχή που η «ανεξαρτησία» της Ελλάδας παζαρευόταν στα πολιτικά σαλόνια της Ευρώπης, είχε από την αρχή της επανάστασης να αντιμετωπίσει αφενός την ένδεια κι ένα επίπεδο ζωής που έφτανε στα όρια της επιβίωσης (λίγα χρόνια πριν την επανάσταση είχαν αρχίσει να επαναποικίζουν τη Χώρα-Λιμάνι) κι αφετέρου την μεγάλη μετανάστευση από τα Ψαρά και τη Χίο, περιοχές που υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή μετά το 1823-24. Η Αίγινα δεν είχε την τύχη μιας πρώιμης αστικής ανάπτυξης, όπως άλλες ευνοημένες περιοχές της Ελλάδας (είχε ήδη υποστεί μια φοβερή καταστροφή την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή), ούτε μορφωμένους και πλούσιους παροίκους στο εξωτερικό που να μεριμνούν, μ’ εκείνη την προκαπιταλιστική λογική (μόρφωση, υποτροφίες υποδομές, σχολεία, ιδρύματα κλπ.) για τον τόπο τους. Έτσι αν εξαιρέσει κανείς επί Καποδίστρια, τις πρώτες υποδομές του ελληνικού κράτους (νομισματοκοπείο, τυπογραφείο, ορφανοτροφείο-σχολείο, καλλιέργεια πατάτας, λιμάνι, δρόμους αμαξιτούς κλπ.) που έγιναν στην Αίγινα και έδωσαν εργασία και μια στοιχειώδη μόρφωση, η αλιεία, η σχετική κτηνοτροφία και μια αγροτική παραγωγή, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν αυτά με τα οποία επιβίωνε φτωχά η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Από την άλλη η ναυτιλία με την οποία συμμετείχε προεπαναστατικά η Αίγινα με το μικρό της στόλο έχει ήδη υποστεί καταστροφή από τον πόλεμο αλλά και από την κρίση που έπληξε την ελληνική ναυτιλία (Ύδρα-Σπέτσες-Ψαρά) ή αλλιώς ελληνική πειρατεία, στις αρχές του 19ου αιώνα, η οποία δεν ήταν πλέον χρήσιμη, αφού άρθηκαν οι ναυτικοί αποκλεισμοί των μεγάλων δυνάμεων και ξεκίνησε να αναπτύσσεται νόμιμα, εκ νέου στις χώρες της Ευρώπης. Οι τελευταίοι πειρατές εντοπίζονται μάλλον από την Αίγινα, είναι Ψαριανοί πρόσφυγες, μαθημένοι σ’ αυτή τη δουλειά και καταστέλλονται από τον Καποδίστρια.

Η μετανάστευση και το επάγγελμα του ναυτικού ήταν αργότερα στο δεύτερο μισό του 19ου τα επαγγέλματα που έφερναν χρήμα στο νησί. Αργότερα η ανάπτυξη της σπογγαλιείας και η προσωρινή ξενιτιά της, έφεραν αρκετό χρήμα στο νησί. Δεν θα μπορούσε να μετατραπεί όμως σε μια διαφορετική ιδεολογία αφού δεν μπορούσαν να φέρουν ιδέες. Οι σπογγαλιείς δεν έφερναν βιβλία και νέες ιδέες. Χρήμα έφερναν, μαζί με τη θύμηση των νεκρών ή ανάπηρων που έφερναν χτυπημένων από τη νόσο του δύτη. Όταν έρχονταν με χρήμα είχαν μια συνήθεια: να πυροβολούν γεμάτα βαρέλια με ρετσίνα στα καπηλειά που διασκέδαζαν. Από την άλλη δυο οικογένειες μοιράζονταν το όφελος από το σφουγγάρι που επεξεργαζόταν και έφευγε για την Ευρώπη και μια δυνατότητα επεξεργασίας των σφουγγαριών για την Ευρώπη. Και κυρίως για την Αγγλία. Η εταιρία «Μπράουν» ήταν η μια που εκμεταλλευόταν στο έπακρο την εργασία και τον κόπο εκατοντάδων ανθρώπων στην Αίγινα μαζί με τις άλλες δουλειές της να μοσχοπουλά αρχαιότητες στο διεθνές κύκλωμα αρχαιοκαπηλίας.

Οι ελάχιστες προσπάθειες πνευματικών ανθρώπων της Αίγινας, μετρημένων στα δάχτυλα, δεν θα μπορούσαν να αλλάξουν δραστικά το ιδεολογικό τοπίο το οποίο όριζε η τοπική εκκλησία η οποία σαν μεγάλος τσιφλικάς είχε τους εργάτες γης, δουλοπάροικους και κολλήγες, ενώ δεν έλαβε μέρος καμιά ανάπτυξη δευτερογενούς τομέα ώστε να εισαχθούν συνδικαλιστικές ή εργατικές, σοσιαλιστικές αντιλήψεις σε αντίθεση με άλλα αστικά κέντρα (Σύρος, Πάτρα, Βόλος, Αθήνα, Θεσσαλονίκη κλπ.). Επίσης δεν υπήρχαν ζητήματα ιδιοκτησίας γης-τσιφλικάδες προκειμένου να αναπτυχθεί, όπως αργότερα αναπτύχθηκε το αίτημα του αναδασμού της γης, όπως συνέβη στη Λάρισα στις αρχές του 20ου αιώνα. Η στοιχειώδης εκπαίδευση που παρείχε η τοπική αυτοδιοίκηση μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν πραγματικά στοιχειώδης και αντιστοιχούσε στην καθυστερημένη επαρχία. Έτσι και τα διάφορα πολιτικά γεγονότα λίγο μπορούσαν να επηρεάσουν τη ζωή της Αίγινας. Η κατοχή για παράδειγμα ήταν μια περίοδος, με αρκετούς νεκρούς από το λιμό, που έχει περιγραφτεί με τον πιο θαυμαστό τρόπο στα διηγήματα της Ιουλίας Περσάκη, στην οποία συνέβησαν απλώς μερικά ευτράπελα, όπως αυτό το χαρακτηριστικό με τον Βράσε-Ρύζη ή το γεγονός στο Λεόντι. Κάτι συνθήματα γράφτηκαν ένα βράδυ σ’ ένα επιταγμένο κτίριο από τους Γερμανούς από την αδελφή του Κώστα Χάνου, συνελήφθη, φυλακίστηκε στου Αβέρωφ και αφέθηκε ελεύθερη μετά από κάποιο σχετικό χρονικό διάστημα κι αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρξαν πράξεις κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης στην Αίγινα.

Κάθε τι που εισαγόταν στην Αίγινα όπως και σε κάθε περιοχή της Ελλάδας με αντίστοιχη ιδεολογική-οικονομική κατάσταση δεν ήταν παρά μια νέα υπόσχεση για την οικονομική αναβάθμιση του νησιού. Έτσι «έπιασε» και η καλλιέργεια της φιστικιάς. Οι απελευθερωτικές ιδέες της Αριστεράς δεν μπόρεσαν ποτέ να «πιάσουν» στην Αίγινα. Οι λίγοι αριστεροί, μεταπολεμικά διώκονταν σαν «κομμουνιστές» έχοντας το στίγμα του κακού, ενώ οι φυλακές της Αίγινας που «φιλοξένησαν»-βασάνισαν χιλιάδες αγωνιστές της αριστεράς από το μεσοπόλεμο και οι τόποι εκτελέσεων-δολοφονίας ήταν πάντα ένα σίγουρο φόβητρο. Όταν μάλιστα το έχεις και τόσο δίπλα σου. (Υπάρχει μια καταπληκτική συνοδοιπορία το ‘60 την εποχή για τις Φυλακές. Δημοσιεύματα και μαρτυρίες μιλούν από τη μια για τους ανθρώπους δεν άντεχαν να βλέπουν βασανιστήρια και εκτελέσεις δίπλα τους κι από την άλλη οι παράγοντες εν Αθήναις που ζητούσαν να απομακρυνθούν οι Φυλακές και ο τόπος εκτελέσεων-όχι να σταματήσουν, για να αναπτυχθεί η Αίγινα τουριστικά. Και για αυτό λόγο προέκυψε η Αγία Μαρίνα. Μακριά απ’ τις Φυλακές, χωρίς μεταγωγικά και αποσπάσματα εκτελεστών, μια μεγάλη παραλία περίμενε τους τουρίστες.)

Οπότε και με τη διαρκή μετάβαση προς τα αστικά δημοκρατικά πρότυπα, η Αίγινα ήταν ένα τσιφλίκι πολιτικών που έδιναν ένα «τσουβάλι μπαμπακόπιτα» εξασφαλίζοντας με μια υπόσχεση την ψήφο. Απ’ τον Κάντζια, δημοφιλή φιγούρα του κόμματος των Φιλελευθέρων της μεταπολεμικής Αίγινας μέχρι και τον Καρύδη του ΠΑΣΟΚ που ανέλαβε σχεδόν εργολαβία την Αίγινα μέχρι και τις τελευταίες εκλογές, ήταν οι ήρωες της Αίγινας, στους οποίους πρόστρεχαν σε κάθε περίσταση και συνεχίζουν μέχρι σήμερα: για το θέλημα. Είτε για δημόσιο αγαθό όπως π.χ. το δημοτικό σχολείο Βαθέως που «έχτισε» ο πρώην υπουργός Καλός (με ταχεράκιατου), μέχρι το ιδιωτεύον (διορισμοί, μεταθέσεις, τοποθετήσεις, πολεοδομικά, παρανομίες, συλλήψεις κλπ.).

Σε αυτό το πλαίσιο υπέρβασης της ένδειας, η υπόσχεση του τουρισμού και της πώλησης γης μπόρεσε να καρποφορήσει ως βασικός προσανατολισμός, ως μονοκαλλιέργεια με τα νέα πρότυπα του καταναλωτή παντός εμπορεύματος.

Τα 200 μέτρα της παραλίας της πόλης της Αίγινας και ο Δήμος της

Αυτό που ζούμε στην Αίγινα ως 200 μέτρα της παραλίας ξεκίνησε σχεδόν μετά την κατάργηση των Φυλακών της Αίγινας και την απόδοση του κτιρίου στο Υπουργείο Πολιτισμού προκειμένου να ιδρυθεί μέσα από μια καταστροφική μανία ενάντια στην Ιστορία, ένα διαχρονικό Μουσείο. Στη συνέχεια για πολλούς λόγους προέκυψε από το 1990 και μετά ο μαρασμός της Αγίας Μαρίνας. Αποφασιστική σημασία είχε η εφαρμογή του Νόμου Καποδίστριας και ο νεοσυγκεντρωτισμός με την επίφαση της «αποκέντρωσης». Αυτό που συνέβη στην Αίγινα, συνέβη περίπου σε όλη την Ελλάδα. Ευνοήθηκαν οι έδρες των νέων συνενώσεων και παραμελήθηκε η περιφέρεια. Με απλά λόγια: Τα χρήματα έπεφταν στην κυριολεξία σε μια περιοχή. Εν των μεταξύ υπήρχαν και αλλαγές στην αγορά που αφορούσαν το νέο αεροδρόμιο και τη μεγαλύτερη ευκολία για πιο εύκολες πτήσεις προς τα νησιά του Αιγαίου, τις αλλαγές προορισμών από τα διεθνή τουριστικά γραφεία (π.χ. προβολή των φτηνών μικρασιατικών παραλιών), τη βαθμιαία υποβάθμιση του κοινωνικού τουρισμού που μέχρι τότε εξασφάλιζε ένα σίγουρο εισόδημα σε ξενοδόχους, την αλλαγή του νομίσματος σε ευρώ κλπ. Όλες αυτές οι αλλαγές δεν μπορούν να αιτιολογήσουν το γιατί συγκεντρώθηκε στην πόλη της Αίγινας βαθμιαία ο τουρισμός. Εκείνο που μπορεί να δώσει μια εξήγηση είναι ότι μέσα στο πλαίσιο αλλαγών του υποκειμένου «τουρίστας», το καταναλωτικό, γρήγορο και εύκολο δίπλα στην ανάπτυξη της ακτοπλοΐας προς το λιμάνι της Αίγινας και σε έναν συνδυασμό μιας όλο και πιο συγκεντρωτικής οικονομίας, έφτιαξαν έναν νέο τουρισμό της παραλίας της πόλης. Αυτό που συμβαίνει σε όλα τα νησιά και σε όλες τις παράλιες περιοχές της Ελλάδας. Η ανάπτυξη των τουριστικών κέντρων με το ιστορικό τους παρελθόν που μοιάζει περισσότερο με το μοντέλο ζωής που μπορεί να παρέχει τα πάντα. Ήρθε κι έδεσε η αστική αναζήτηση με το αντίστοιχο πρότυπο για τον τουρισμό. Είναι μια διαδικασία αργή η οποία εκφράζει αυτόν τον μετασχηματισμό σε επίπεδο αλλαγών στην οικονομία και στους θεσμούς.

Για την Αίγινα γύρω στη δεκαετία του ‘80 ξεκινάει η προπαγάνδα για την ανακαίνιση των ιστορικών κτιρίων της, το σώσιμο της νεοκλασικής της αρχιτεκτονικής που συνδυάζεται με το αιγαιοπελαγίτικης έμπνευσης χρώμα και δημιουργείται ένα ενδιαφέρον για την πόλη. Γύρω στη δεκαετία του ‘90 η καμπάνια για την «πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος», με μια λειτουργική χρήση της Ιστορίας που «πουλάει», σταθεροποίησε αυτήν την τάση ώστε η Αίγινα τα ταυτίζεται με την πόλη της. Μια διαρκής τάση εγκατάστασης των κατοίκων της περιφέρειας στο κέντρο αδρανοποίησε τις όποιες τοπικές δυνάμεις με πρώτο και καλύτερο θύμα το μικρό μονοθέσιο ή ολιγοθέσιο σχολείο που έπαψε να υπάρχει από τις δεκάδες παράνομες μετεγγραφές μαθητών της περιφέρειας στα «καλά» σχολεία της πόλης της Αίγινας. Από την άλλη παρέμεινε «με δόντια και νύχια» το λιμάνι στην πόλη παρόλα τα σχέδια για μεταφορά του στο Λεόντι με αποτέλεσμα η ανάπτυξη της ακτοπλοϊκής γραμμής που έχει ήδη σαν πρώτο της προορισμό την Αίγινα να σταθεροποιήσει αυτήν την τάση. Έτσι μια περεταίρω αστικοποίηση του νησιού στην οικονομία και στις συνήθειες έδωσε αυτή τη μορφή που έχει το κυρίαρχο τουριστικό ρεύμα. Ένα ρεύμα χωρίς προορισμό, χωρίς συγκεκριμένο στόχο πέρα από την «απόδραση» που το ταξίδι είναι «για ένα καφέ» ή «για ένα ποτό» ή «για ένα μπάνιο» και «πεταγόμαστε και μέχρι τον Άγιο». Τουρισμός του «ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε» αν προσθέσουμε και τις προσπάθειες που έγιναν στην ίδια κατεύθυνση, με σκοπό τον τουρισμό ενδιαφέροντος. Με κυρίαρχο το ΦΙΣΤ-ΦΕΣΤ, ο τουρισμός ενδιαφέροντος χωρίς καμιά χωροταξική διάθεση, διανθίστηκε από: μπιτς βόλει, τζετ σκι, γαστρονομία, φεστιβάλ Ντόρας Μπακοπούλου, αγώνες μοντελισμού, ποδηλατοδρομίες, επίδειξη κλασικού οχήματος, εντούρο διαδρομές στο δάσος, πεζοπορία στο δάσος, συνέδριο για την Ιστορία κλπ. Τέλος το πιο ενδιαφέρον αφορά την προώθηση των ντραγκς για πλούσιους, όπως και την προώθηση των γυναικών. Χαρακτηριστικό επεισόδιο αναφέρει δημοσιογράφος για ταβέρνα της παραλίας όπου στο τραπέζι μιας παρέας «ιδιαίτερης», «σερβίρεται» στον «αρχηγό» από τους μπράβους του, ξανθή ανατολικοευρωπαία καλλονή. Αν συνδυάσουμε και την αγάπη του Αμπράμοβιτς για τον Άγιο Νεκτάριο, ο χαρακτηρισμός «Μύκονος του Σαρωνικού» μάλλον σε λίγα χρόνια θα είναι πολύ ήπιος. Αυτά είναι λοιπόν τα 200 μέτρα της παραλίας από την «Αύρα» μέχρι τη «Ρέμβη» και τις μικρές τους προεκτάσεις σε ελάχιστα σημεία του νησιού. Όλα εδώ. Έτσι συνδέεται και το «δώρο»-δήθεν πεζοδρόμιο με ένα άλλο κατάστημα και το απαραίτητο θερμοκήπιο, στους ιδιοκτήτες της παραλίας από τον προηγούμενο δήμαρχο. Όλα εδώ. Στην παραλία. Από δω «βγαίνει» και ο δήμαρχος και «κλείνονται» όλες οι δουλειές για το νησί.

Επίλογος ως αναγκαίο υστερόγραφο

Αν θα μπορούσε να αποκτήσει μια χρησιμότητα αυτή η ανάλυση πρέπει συμπερασματικά να σταθεί ο αναγνώστης στα εξής σημεία που αφορούν το δημόσιο χώρο και τις προσπάθειες ανάδειξής του ως χώρου αγώνα:

-Έλλειψη πολιτικής κουλτούρας και αναφορών αντίστασης-τουριστική ιδεολογία-άγνοια αστικών δικαιωμάτων

-Σταθερή προσκόλληση στα πρόσωπα των κομμάτων της αστικής πολιτικής και των τοπικών προεκτάσεών τους καθώς και στον εκκλησιαστικό παράγοντα

-Άκριτη υιοθέτηση κάθε «νέου» οικονομικού προτύπου που «υπόσχεται»

-Άκαιρες, ασυνεπείς, ασυνεχείς και ασύμβατες προσπάθειες ανάδειξης του δημοσίου χώρου

Για το, ας το πούμε, «πολιτικό καφενείο» Αίγινας

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s